7 Αυγούστου 1933: H Αγλαΐα Κυριακού αφήνει την περιουσία της για να ιδρυθεί παιδιατρική κλινική

Η Αγλαΐα Κυριακού αποφασίζει με μυστική διαθήκη να αφήσει ολόκληρη την περιουσία της, που ανήρχετο τότε σε 15.000.000 δρχ., για να ιδρυθεί μία παιδιατρική κλινική με την επωνυμία «Κλινική Παίδων Παν. & Αγλαΐας Κυριακού και οικογένειας Σπυρίδωνος Αντωνιάδη». Το Νοσηλευτικό Ίδρυμα δεν είναι άλλο από το «Νοσοκομείο Παίδων Παναγ. & Αγλαΐας Κυριακού» στου Γουδή.

Η Ελλάδα επουλώνει ακόμα τις πληγές της Μικρασιατικής καταστροφής. Τα ποσοστά παιδικής θνησιμότητας είναι πάρα πολύ υψηλά. Η παιδιατρική ειδικότητα στη χώρα μας, βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, παρά το γεγονός ότι διδάσκεται από το 1855. Το μοναδικό παιδιατρικό Νοσοκομείο της χώρας είναι το “Αγία Σοφία”, το οποίο ιδρύθηκε το 1900.
Η ιστορία αυτού του τόπου μαρτυρεί ότι δεν είναι λίγες οι φορές που κατά τις δύσκολες στιγμές του, βοήθησαν σημαντικά οι γενναιόδωροι Έλληνες ευεργέτες.

Η ευεργέτιδα Αγλαΐα Παναγιώτου-ΚυριακούΣτις 7 Αυγούστου του 1933, μια Ελληνίδα που είχε τρυφερά αισθήματα και αγάπη για τα πάσχοντα και άπορα παιδιά, αποφάσισε με μυστική διαθήκη να αφήσει ολόκληρη την περιουσία της, που ανήρχετο τότε σε 15.000.000 δρχ., ώστε να ιδρυθεί μια παιδιατρική κλινική με την επωνυμία “Κλινική Παίδων Παν.& Αγλαΐας Κυριακού και οικογένειας Σπυρίδωνος Αντωνιάδη”.

Η ευεργέτιδα δεν είναι άλλη από την Αγλαΐα Παναγιώτου Κυριακού, θυγατέρα του λόγιου Σπυρίδωνος Αντωνιάδη, το δε Νοσηλευτικό Ίδρυμα, δεν είναι άλλο από το “Νοσοκομείο Παίδων Παναγ.& Αγλαΐας Κυριακού”.
Το οικόπεδο για την ανέγερση της κλινικής, παραχωρήθηκε δωρεάν από το γειτονικό Νοσοκομείο Παίδων “Αγία Σοφία”.

Η εκπόνηση των σχεδίων ανατέθηκε σε τριμελή επιτροπή, που αποτελείτο από τους Φωκίωνα Κοπανάρη, Γεώργιο Μακκά και Ιωάννη Αντωνιάδη, αρχιτέκτονα, αδελφό της δωρήτριας, Αγλαΐας Κυριακού. Μάλιστα, το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος, απένειμε στον αρχιτέκτονα Ιωάννη Αντωνιάδη το “Τεχνικό Αριστείο” για την αρτιότητα των εκπονηθέντων σχεδίων του κτιρίου.

Επειδή το κόστος κατασκευής υπερέβαινε το κληροδοτημένο ποσό, ο τότε Υπουργός Υγιεινής Αλ. Κορύζης, ενέκρινε την χορήγηση του υπόλοιπου ποσού που απαιτείτο για την ολοκλήρωση του Ιδρύματος. Επί πλέον, ο Υπουργός, εξασφάλισε δια νόμου την ετήσια επιχορήγηση του ιδρύματος, από τον κρατικό προϋπολογισμό με ποσό της τάξης του 1.500.000 δρχ. Στις 8 Νοεμβρίου 1934, ετέθη ο θεμέλιος λίθος. Τους πρώτους μήνες του 1938 ολοκληρώθηκαν οι οικοδομικές εργασίες καθώς και ο πλήρης εξοπλισμός του.

Το όραμα της Αγλαΐας Παν. Κυριακού, ολοκληρώνεται στις 27 Απριλίου 1938, ημερομηνία κατά την οποία γίνονται και τα εγκαίνια του Ιδρύματος με μεγάλη επισημότητα, παρουσία του τότε Βασιλέα Γεωργίου Β΄, του Υπουργού Υγιεινής Αλ. Κορύζη και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου.

Αφού συμπληρώθηκαν κάποιες ελλείψεις, στις 15 Αυγούστου 1938 άρχισε η πλήρης λειτουργία του Νοσοκομείου με δύναμη 20 κλινών, εκ των οποίων 10 στην Α΄ Παιδιατρική και 10 στη Β΄ Παιδιατρική. Μέσα σε διάστημα λίγων μηνών η δύναμη των κλινών διπλασιάστηκε.

Πρώτος ασθενής ήταν ο Ιωάννης Νικ. Θειακούλης, ηλικίας 7,5 μηνών. Αιτία εισόδου: από 3ημέρου διάρροια. Ως αναφέρεται στα πεπραγμένα του Ιδρύματος, κατά το πρώτο 5μηνο λειτουργίας

Παναγιώτης Κυριακού

Παναγιώτης Κυριακού

Αύγουστος – Δεκέμβριος 1938, στην Α΄ Παιδιατρική εισήλθαν 139 ασθενείς. Εκ τούτων είχομαιν 89 ιάσεις, 27 βελτιώσεις, 11 εξιτήρια και 12 θανάτους. Στο εξωτερικό ιατρείο εξετάσθηκαν 782 παιδιά. Στη Β΄ Παιδιατρική εισήλθαν 164 παιδιά, 86 ιάθησαν, 31 βελτιώθηκαν, 10 παρέμειναν στην ίδια κατάσταση και 7 απέθαναν. 30 ασθενείς δε παραμένουν κατά την 31ην Δεκεμβρίου 1938.

Δυστυχώς, την εποχή εκείνη ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είναι ήδη μια πικρή και θλιβερή πραγματικότητα. Στις πολεμικές επιχειρήσεις, οι ομάδες που υποφέρουν περισσότερο είναι, πάντοτε, οι γέροντες και τα παιδιά.

Στις 31 Νοεμβρίου 1940 το Νοσοκομείο μεταφέρεται, για μεγαλύτερη ασφάλεια στα κτίρια των παιδικών κατασκηνώσεων του ΠΙΚΠΑ Πεντέλης, όπου και παραμένει μέχρι τις 25 Αυγούστου 1943. Τα Εξωτερικά Ιατρεία λειτουργούν καθημερινά στο ισόγειο της Υγειονομικής Σχολής στους Αμπελοκήπους. Στον πόλεμο όμως δεν είναι λίγες οι φορές, που καταστρατηγούνται βασικές αρχές, όπως και ο σεβασμός στα Νοσηλευτικά Ιδρύματα. Έτσι, οι Γερμανοί κατακτητές επιτάσσουν τις εγκαταστάσεις της Πεντέλης και εκδιώκουν το Ίδρυμα, που αναγκάζεται να υποβληθεί σε δεύτερη μεταφορά, στα κτίρια της Ριζαρείου Σχολής. Η κατάσταση των νέων εγκαταστάσεων του Νοσοκομείου ήταν άθλια, κατεβλήθησαν, όμως, σημαντικές προσπάθειες ανακαίνισης, και πολύ γρήγορα η κατάσταση βελτιώθηκε. Το Νοσοκομείο αντιμετωπίζει τεράστιες δυσκολίες εξαιτίας του μεγάλου αριθμού των ασθενών παιδιών, προκειμένου να καλύψει τις τεράστιες αυτές ανάγκες, περιορίζει το όριο ηλικίας των νοσηλευομένων παιδιών στα 6 χρόνια. Η λειτουργία του Νοσοκομείου στους δύσκολους αυτούς χρόνους αποτέλεσε άθλο. Με την απελευθέρωση από τους Κατακτητές, τον Νοέμβριο του 1944, το Ίδρυμα επιστρέφει στις δικές του εγκαταστάσεις και αρχίζει το επίπονο έργο της ανασυγκρότησης. Ο ρυθμός της κανονικής λειτουργίας επανέρχεται πολύ σύντομα. Το 1945 αρχίζει να λειτουργεί το Ακτινολογικό Εργαστήριο. Στο εργαστήριο εγκαταστάθηκε πλήρες ακτινολογικό μηχάνημα που βρέθηκε στο Ίδρυμα κατά την παραλαβή των κτιρίων από τους Γερμανούς κατακτητές. Ένα χρόνο αργότερα, το 1946 γίνεται η πρώτη σημαντική επέκταση, με την προσθήκη 100 νέων κλινών. Έτσι, η δύναμη αυξήθηκε σε 140 κλίνες. Το 1947, επέρχεται μια σημαντική αλλαγή. Το Νοσοκομείο, το οποίο αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, προκειμένου να καλύψει τις οικονομικές του ανάγκες, αποφασίζει να διαθέτει 100 έως 110 κλίνες νοσηλείας επί πληρωμή. Τον Ιανουάριο του 1948 αρχίζει η λειτουργία της ΩΡΛ Κλινικής και με αρχική δύναμη 15 κλίνες. Το 1949 οργανώνεται ειδικό Μικροβιολογικό Εργαστήριο. Το τμήμα αυτό έφερε την ευθύνη για τον έλεγχο των γενομένων μεταγγίσεων.

Η πορεία του Ιδρύματος μέχρι τη χρονική αυτή περίοδο ικανοποίησε πλήρως τον σκοπό του. Έδωσε σάρκα και οστά στο όραμα της ευεργέτιδάς του Αγλαΐας Κυριακού προσφέροντας Επιστημονικό, Νοσηλευτικό, Ανθρωπιστικό και Κοινωνικό έργο. Η αγωνία, ωστόσο, και η σκέψη για περαιτέρω αναβάθμιση των προσφερομένων υπηρεσιών, οδηγεί στη χάραξη νέων στόχων και προοπτικών για την νέα 10ετία 1950 -1960.

1950 – 1960
Προγραμματίζονται:
I. Ανέγερση πτέρυγας για Ορθοπεδικές Παθήσεις.
II. Ανέγερση για Λοιμώδη Νοσήματα.
III. Καλύτερη οργάνωση των Εξωτερικών Ιατρείων, και
IV. Ανάπτυξη σύγχρονων Εργαστηρίων.

Το 1955 αρχίζει η λειτουργία του Καρδιολογικού και του Νευροψυχιατρικού τμήματος. Την ίδια χρονιά το Νοσοκομείο αποφασίζει να ιδρύσει την Ιατρική Βιβλιοθήκη. Εκτός όμως από την μόρφωση και εκπαίδευση του Ιατρικού προσωπικού, δεν παραγνωρίζεται και η ανάγκη εκπαίδευσης και επιμόρφωσης του Νοσηλευτικού προσωπικού. Σημαντική πρόοδος στην Νοσηλευτική Υπηρεσία του ιδρύματος θεωρείται η πρόσληψη ικανού αριθμού Διπλωματούχων Αδελφών τριετούς φοιτήσεως, καθώς και μερικών μονοετούς. Έτσι το 1953 προσλαμβάνονται οι πρώτες Προϊσταμένες Διπλωματούχες Κα Σουλτάνα Ιντζέ (Ε.Ε.Σ.) και η Κα Ευτυχία Μέντζου. Οι Νοσηλευτικοί θάλαμοι, ήταν διαμορφωμένοι, κατά τα Αγγλικά πρότυπα, δηλαδή γύρω-γύρω ήταν κούνιες και στη μέση ειδικά διαμορφωμένος χώρος με τραπέζι για την περιποίηση των βρεφών. Το 1959 Διευθύνουσα Νοσηλευτικής Υπηρεσίας ορίζεται η Κα Μέντζου. Το Νοσοκομείο, την περίοδο αυτή, είναι πλέον έτοιμο να αντιμετωπίσει και έκτακτα περιστατικά. Από τις αρχές του 1954 εφημερεύει τρεις φορές την εβδομάδα και μία Κυριακή ανά 15 ημέρες, δεχόμενο άπαντα τα περιστατικά, εκτός των λοιμωδών νοσημάτων. Σταδιακά κατά το διάστημα της πενταετίας 1950-1954, συνάπτει συμβάσεις για τη νοσηλεία των παιδιών των Δημοσίων Υπαλλήλων και των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ.

1960-1970

Στην επόμενη 10ετία 1960-1970 επεκτείνεται το Νοσοκομείο κατά 180% με την προσθήκη νέων ορόφων. Δημιουργείται η Γ’ Πτέρυγα, και οι κλίνες αυξάνονται σε αριθμό από 250 σε 450. Τα κτίρια και ο πιο σύγχρονος εξοπλισμός, καθώς επίσης και οι απαιτήσεις στην προσφορά ποιοτικής Νοσηλευτικής φροντίδας απαιτούν και ανάλογο εκπαιδευμένο και υψηλών προδιαγραφών Νοσηλευτικό Προσωπικό. Με το σκεπτικό αυτό ιδρύεται στο Νοσοκομείο το 1965, Ανωτέρα Σχολή Αδελφών Νοσοκόμων 3ετούς φοιτήσεως. Πρώτη γενική Διευθύντρια Νοσοκομείου και Σχολής υπήρξε η Κα Ευτυχία Μέντζου. Από την 1η Τάξη 1965-1968 αποφοίτησαν 17 Νοσηλεύτριες. Σύνολο αποφοίτων Διπλωματούχων Νοσηλευτριών 410. Η ίδρυση της Σχολής αναβάθμισε την παρεχόμενη Νοσηλευτική φροντίδα και έδωσε ανάσα πνοής καλύπτοντας ικανοποιητικά τις σοβαρές ελλείψεις του Νοσοκομείου σε Νοσηλευτικό προσωπικό. Στο Νοσοκομείο οργανώνεται η υπηρεσία των Ιατρικών Αρχείων και κτίζεται το Αμφιθέατρο του Νοσοκομείου. Αρχίζει η λειτουργία της Β’ Παιδιατρικής Πανεπιστημιακής Κλινικής το 1974 με Διευθυντή τον Καθηγητή Κων/νο Παπαδάτο. Η παρουσία του και το πλούσιο επιστημονικό του έργο δυνάμωσαν το κύρος του Ιδρύματος και συνέβαλαν στην αύξηση της εκπαιδευτικής του προσφοράς.

1970-1980

Στη διάρκεια της δεκαετίας 1970-1980, γίνονται πολλές αλλαγές Θεσμικής και Διοικητικής φύσεως και δημιουργούνται νέα Νοσηλευτικά Τμήματα. Το 1975 λειτουργεί το μοναδικό και μέχρι σήμερα Κέντρο Δηλητηριάσεων.

Το ίδιο έτος το Νοσοκομείο αλλάζει Νομική μορφή και γίνεται Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.

Το 1977, γίνεται διαχωρισμός, για την αποτελεσματικότερη λειτουργία, των εργαστηρίων και του Σταθμού Αιμοδοσίας. Το 1979 λειτουργούν τα τμήματα Νεογέννητων με αρχική δύναμη 20 θερμοκοιτίδων, και η Μονάδα Τεχνητού Νεφρού με δύο μηχανήματα Αιμοκάθαρσης.

1980-1990

Η ένταξη του Νοσοκομείου στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ.) αυξάνει τις ανάγκες για δημιουργία νέων Νοσηλευτικών Τμημάτων.

Οι ανάγκες που επιβάλλουν οι νέες συνθήκες, η αυξανόμενη ζήτηση υψηλής ποιότητας, των παρεχομένων υπηρεσιών υγείας, σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια και στενότητα των χώρων πνίγουν το Νοσοκομείο, το οποίο αναζητά διέξοδο, με την αγορά 2 νέων συγκροτημάτων.

Στο Ξενοδοχείο City of Athens στην οδό Μεσογείων 24, το οποίο στην αρχή χρησίμευσε, ως οικοτροφείο των σπουδαστριών της σχολής και των εργαζομένων Νοσηλευτών στο Νοσοκομείο μεταφέρονται οι διοικητικές και οικονομικές υπηρεσίες του Νοσοκομείου. Λειτουργούν νέα εξειδικευμένα Νοσηλευτικά Τμήματα.

Η αγορά και η λειτουργία της Κλινικής Δαβάκη στη Λεωφόρο Συγγρού ανακούφισε χωροταξικά το Κεντρικό Νοσοκομείο και ανταποκρίθηκε στις ανάγκες του Παιδιατρικού πληθυσμού της περιοχής.

Το 1986 αρχίζει η λειτουργία του Οφθαλμολογικού Τμήματος. Η λειτουργία της Μονάδας Βραχείας Νοσηλείας συνέβαλε σημαντικά στην αποσυμφόρηση των κλινικών και στη μείωση της μέσης διάρκειας Νοσηλείας.

Το ειδικό Ογκολογικό Τμήμα, έδωσε νέες ελπίδες στη μάχη των παιδιών με νεοπλασματική νόσο.

Για την πρόληψη και έλεγχο των λοιμώξεων, λειτουργεί στο Νοσοκομείο η Επιτροπή Ενδονοσοκομειακών Λοιμώξεων.

Η λειτουργία της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας, που τόσο ανάγκη έχουν βαριά παιδιατρικά περιστατικά, συμπληρώνει το πλαίσιο της τριτοβάθμιας παιδιατρικής περίθαλψης, στο Νοσοκομείο. Η λειτουργία του Αλλεργιολογικού Τμήματος, θα ανακουφίσει τους μικρούς ασθενείς, από την σύγχρονη νόσο του αναπνευστικού και όχι μόνο.

Γίνεται σοβαρή προσπάθεια αναβάθμισης των χώρων των Εξωτερικών Ιατρείων και των Εργαστηρίων.

1990 – Σήμερα

Το Νοσοκομείο συνεχίζει την ανοδική του πορεία. Με Υπουργική Απόφαση, χορηγεί την Νοσηλευτική Παιδιατρική Ειδικότητα. Καταβάλλεται προσπάθεια εκσυγχρονισμού της κτιριακής υποδομής των Νοσηλευτικών Τμημάτων, με αλλαγή της χωρητικότητας των θαλάμων, από 10 κλίνες σε 4 και 2, που αναβαθμίζει την ποιότητα της παρεχόμενης Παιδιατρικής φροντίδας.

Διοργανώνονται από την Νοσηλευτική Υπηρεσία 4 Νοσηλευτικές Ημερίδες και αρχίζει η ετήσια ενδονοσοκομειακή εκπαίδευση του Νοσηλευτικού Προσωπικού. Στη βελτίωση των υπηρεσιών του Νοσοκομείου στο κατώφλι του 21ου αιώνα, προγραμματίζεται η ανέγερση της Νέας Πτέρυγας. Δυστυχώς υπάρχει δυστοκία στην επίλυση των χρόνιων προβλημάτων, όπως η κάλυψη των σοβαρών ελλείψεων κυρίως σε Νοσηλευτικό Προσωπικό.

Οι πληθυσμιακές ομάδες, που εξυπηρετούνται στο Νοσοκομείο, έχουν αυξηθεί. Τα πράγματα δεν είναι και τόσο καλά, όσο θα επιθυμούσαμε. Παραλάβαμε ένα ωραίο παρελθόν χρειαζόμαστε δύναμη και θέληση για να ανταποκριθούμε στην πρόκληση του μέλλοντος.

ΔΩΡΗΤΕΣ ΤΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ

Εκτός από τους βασικούς δωρητές που φέρουν το όνομα τους στο Νοσοκομείο, υπήρξε μια πλειάδα που αθόρυβα και διακριτικά, μέλη της Ελληνικής κοινωνίας, ευαισθητοποιημένα στον τομέα αυτό, εξακολουθούν να στηρίζουν το έργο του Νοσοκομείου.