Amado Mio: Ο μύθος της Ρίτα Χέιγουρθ

“Οι άντρες της ζωής μου το βράδυ έπεφταν ενθουσιασμένοι στο κρεβάτι με τη Γκίλντα και το πρωί ξυπνούσαν απογοητευμένοι δίπλα στη Ρίτα.”

Η Ρίτα Χέιγουορθ υπήρξε ένα από τα πιο λαμπρά αστέρια που ανέδειξε το Χόλιγουντ. Εκτυφλωτικής ομορφιάς, μεσουράνησε στη μεγάλη οθόνη τη δεκαετία του 1940 και μέσα σε 20 χρόνια (1937-1958) πρόλαβε να παντρευτεί πέντε φορές. Η «Θεά του Έρωτα», όπως την αποκαλούσαν, ήταν το αναμφισβήτητο πιν-απ γκερλ της εποχής της και η αγαπημένη των αμερικανών στρατιωτών, που πολεμούσαν στα μέτωπα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Κόρη του ισπανού χορευτή Εντουάρντο Κανσίνο, γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1918 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Η Μαργαρίτα Κάρμεν Κανσίνο, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, ακολούθησε τα βήματα του πατέρα της και ως χορεύτρια εμφανίστηκε σε αρκετές ταινίες, αρχίζοντας από το 1934.

Με τη συμβουλή όμως του πρώτου της συζύγου, του Έντουαρντ Τζάντσον, που ήταν και ο μάνατζέρ της, άλλαξε το όνομά της (υιοθέτησε το επίθετο της μητέρας της), έβαψε τα μαλλιά της πυρόξανθα και φιλοτέχνησε μια εξεζητημένη, όσο και εκρηκτική εικόνα, στις ταινίες «Μόνο οι άγγελοι έχουν φτερά» («Only Angels Have Wings», 1939), «Ο πειρασμός» («Strawberry Blonde», 1941) και «Αίμα και άμμος» (Blood and Sand, 1941).

Τα μιούζικαλ «Ποτέ δεν θα πλουτίσεις» («You’ll Never Get Rich», 1941), «Στον ίλιγγο του χορού» («You W ere Never Lovelier», 1942), και τα δύο με παρτενέρ τον Φρεντ Αστέρ, και ιδίως το «Σαν τα παραμύθια» («Cover Girl», 1944) με τον παρτενέρ τον Τζιν Κέλι, εκτόξευσαν τη φήμη της Ρίτα Χέιγουορθ και την ανέδειξαν σε πραγματική σταρ. Έγινε ο κρυφός πόθος των ανδρών και το πρότυπο ομορφιάς για τις γυναίκες.

Ο ερωτισμός της έφθασε στο απόγειό του με την «Γκίλντα» («Gilda», 1946), ένα από τα κορυφαία φιλμ-νουάρ, σε σκηνοθεσία του Τσαρλς Βίντορ. Η ταινία οφείλει τη διαχρονική φήμη της στην παρουσία της Χέιγουορθ, που υποδύεται μια «μοιραία γυναίκα» που παίζει με τα συναισθήματα δύο φίλων: του συζύγου της και του πρώην εραστή της. Κλασική έχει μείνει η σκηνή όπου η Χέιγουορθ τραγουδά (με τη φωνή της Ανίτα Έλις) τα «Amado Mio» και «Put the Blame on Mame» και η οποία αντιμετώπισε προβλήματα με τη λογοκρισία. Το συντηρητικό μεν (για την εποχή), στριπτίζ δε, μπορεί να περιορίστηκε στην αφαίρεση των γαντιών της, ωστόσο “σημάδεψε” δεκάδες χιλιάδες νέους άνδρες και αναστάτωσε τους πιο συντηρητικούς σε ολόκληρη την Αμερική.

Μετά την «Γκίλντα» η καριέρα της Ρίτα Χέιγουορθ δεν θα είναι η ίδια, όπως πριν. To 1948 θα πρωταγωνιστήσει στην ταινία «Η κυρία από τη Σαγκάη» («The Lady from Shanghai, 1948). Τη σκηνοθέτησε ο δεύτερος άντρας της, ο διάσημος Όρσον Γουέλς, ο οποίος τη μεταμόρφωσε κυριολεκτικά και ίσως εκεί να οφείλεται η παταγώδης αποτυχία της ταινίας. Έντονες προσωπικότητες και οι δύο, γρήγορα θα χωρίσουν τους δρόμους τους, έχοντας αποκτήσει ένα κορίτσι.

Όταν o Όρσον συνάντησε τη Ρίτα, το αποτέλεσμα ήταν ένα συμμετρικό, σχεδόν τέλειο ζευγάρι αντιθέσεων: εκείνος ξεχείλιζε απ

ό αυτοπεποίθηση, εκείνη την στοίχειωναν οι ανασφάλειες. Εκείνος θριάμβευε πάνω από το χάος, εκείνη είχε ανάγκη την αυστηρή, αθλητική πειθαρχία και την υπακοή που είχε διδαχτεί από παιδί. Ο σκηνοθέτης ήταν ένας εκκεντρικός, «παντρεμένος» με την δουλειά του -οι (πολλές) ερωτικές του περιπετειούλες, ήταν απλά, καθημερινά «συμβάντα» χωρίς σημασία. Η δική της ψυχή τής ούρλιαζε για σταθερότητα και αγάπη. Η θρυλική καλλονή, η κακοποιημένη σταρ του Χόλιγουντ λαχταρούσε μόνο την πιο συμβατική σχέση του κόσμου: έναν άντρα κι ένα παιδί. Μια οικογένεια. 

Ήταν σχεδόν μοιραίο να ερωτευθούν. Και ήταν λογικό να μην κρατήσει.

Το πρόβλημα ήταν πως ο Όρσον είχε ερωτευτεί την σειρήνα της οθόνης, όχι το ανασφαλές, νευρικό, πλάσμα που είχε παντρευτεί. Οι ανάγκες της Ρίτα τον έκαναν να αισθάνεται άβολα. Toν περισσότερο καιρό έλειπε, ή ήταν απασχολημένος στο ραδιόφωνο, στο πλατό στο θέατρο, περιτριγυρισμένος μόνιμα από ηθοποιούς, σε δημιουργικό οίστρο. Και φυσικά, την απατούσε διαρκώς -με γραμματείς, με πόρνες, με άλλες ηθοποιούς, όπως η Τζούντι Γκάρλαντ.  Η ειρωνεία είναι πως την ίδια εποχή, που η Hayworth «πυρπολούσε» την οθόνη ως Γκίλντα και όλοι οι άντρες του πλανήτη ονειρεύονταν να πέσουν στο κρεβάτι μαζί της, η Ρίτα ήταν πιο μόνη από ποτέ…

Τη δεκαετία του 1950 θα παντρευτεί τρεις ακόμα φορές: με τον πρίγκηπα Αλί Χαν (θα αποκτήσει ένα κορίτσι), με τον ηθοποιό Ντικ Χέιμς και τον κινηματογραφικό παραγωγό Τζέιμς Χιλ.

Ο πατέρας του πρίγκιπα ήταν ο σουλτάνος της μουσουλμανικής σέχτα των Ισμαϊλι. Ο ίδιος ήταν βαθύπλουτος και αθεράπευτος γυναικάς..Ο γάμος της έλαβε τεράστια δημοσιότητα και συνάντησε πολλούς επικριτές εφόσον το διαζύγιό της με τον Όρσον Γουέλς δεν είχε εκδοθεί ακόμα κι εφόσον εκείνη ήταν καθολική, ενώ ο Χαν ήταν μουσουλμάνος. Η ηθοποιός, που αποτέλεσε την πρώτη ηθοποιό του Χόλιγουντ που έγινε πριγκίπισσα, απέκτησε άλλη μια κόρη την πριγκίπισσα Τζάσμιν Άλι Χαν. Ανυπομονούσε να αφήσει το Χόλιγουντ και να ακολουθήσει τον Χαν στην Ευρώπη, αλλά αμέσως μετά τη γέννηση της Τζάσμιν εμφανίστηκαν τα πρώτα μαύρα σύννεφα στο γάμο της. Η Χέιγουορθ δεν ήταν σε θέση να ακολουθήσει τους ξέφρενους ρυθμούς της ζωής του Χαν, ενώ εκείνος ήταν γνωστός γυναικάς και δεν έμεινε πιστός στο γάμο τους.

Όταν χώρισαν με τον Ντικ Χέιμς, η ηθοποιός είχε σπαταλήσει όλα της τα χρήματα σε δικηγόρους και δικαστικές μάχες για να διατηρήσει την κηδεμονία των παιδιών της

Την ίδια περίοδο, η καλλιτεχνική της πορεία συνέχισε να είναι καθοδική. Η Columbia, με την οποία βρισκόταν στα μαχαίρια, είχε ανακαλύψει και προωθούσε μια νέα σταρ, την ξανθιά Κιμ Νόβακ. Κάποιοι κριτικοί απέδωσαν την πτώση της στην έλλειψη υποκριτικού ταλέντου. Μόνο η εκτυφλωτική ομορφιά και το σεξ-απίλ δεν φθάνουν, υποστήριζαν.

Πάντως, από τις ταινίες της αυτής της περιόδου ξεχωρίζουν: «Μια νύχτα στο Τρινιντάντ» (Affair in Trinidad, 1952), «Σαλώμη » («Salome», 1953), «Η βροχή» («Miss Sadie Thompson», 1953) και «Ο φιλαράκος μου »(«Pal Joey», 1957).

Το 1958 παντρεύτηκε τον παραγωγό ταινιών Τζέιμς Χιλ, χάρη στον οποίον έλαβε έναν από τους τελευταίους της αξιομνημόνευτους ρόλους στην ταινία «Χωριστά Τραπέζια» (Separate Tables, 1958) πλάι στους Μπαρτ Λάνκαστερ, Ντέιβιντ Νίβεν και Ντέμπορα Κερ, ενώ το 1960 εμφανίστηκε στην ταινία «Η Ιστορία της Πρώτης Σελίδος» (The Story on Page One) στο πλευρό του Άντονι Φρανσιόζα. Το 1961 πήρε διαζύγιο από τον Χιλ, καθώς εκείνη ήθελε να εγκαταλείψει το Χόλιγουντ ενώ εκείνος ήθελε να συνεχίσει να γυρίζει ταινίες. Το 1962 επρόκειτο να κάνει το ντεμπούτο της στο Μπρόντγουεϊ κρατώντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση Step on a Crack, αλλά εγκατέλειψε το εγχείρημα την τελευταία στιγμή επικαλούμενη προβλήματα υγείας. Κατά τις αρχές της δεκαετίας του ’60 το άστρο της άρχισε να δύει παρά το γεγονός ότι συνέχισε να γυρίζει ταινίες μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’70.

Τελευταία της ταινία ήταν «Η Οργή του Θεού» (The Wrath of God) το 1972,  σε ηλικία 54 ετών. Έπασχε από ελαφρύ Αλτσχάιμερ και αδυνατούσε να αποστηθίσει τα λόγια της.

Η εμπειρία ήταν καταστροφική για την ηθοποιό, που μέχρι τότε περηφανευόταν για τις ικανότητες και τον επαγγελματισμό της.

Οι γιατροί αρχικά πίστευαν ότι ήταν κάποια παρενέργεια του αλκοόλ. Ο τύπος της εποχής απολάμβανε την εικόνα της αλλοτινής σταρ με την στραπατσαρισμένη εικόνα.

Τον Ιούνιο του 1981, ένα δικαστήριο στο Λος Άντζελες δήλωσε ότι η ηθοποιός δεν ήταν σε θέση να φροντίσει τον εαυτό της, έτσι την πήρε υπό την προστασία της η κόρη της, πριγκίπισσα Γιασμίν και οι δύο γυναίκες πήγαν στη Νέα Υόρκη. Το 1985 η πριγκίπισσα Γιασμίν παντρεύτηκε τον Έλληνα Βασίλη Εμπειρίκο, αλλά ο γάμος κράτησε πολύ λίγο. Μαζί απέκτησαν έναν γιο, τον Άντριου. Η άλλη κόρη της Ρίτα Χέιγουορθ, η Ρεμπέκα Γουέλς, ζει στην Ουάσιγκτον.   Η πριγκίπισσα Γιασμίν είναι αντιπρόεδρος του οργανισμού για το Αλτσχάιμερ και πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Νόσου Αλτσχάιμερ.

Στις 14 Μαΐου 1987, η ντίβα της μεγάλης οθόνης θα αναχωρήσει για το αιώνιο ταξίδι, σε ηλικία 68 ετών. Μέχρι το τέλος ήταν μια πανέμορφη γυναίκα. Η αποκάλυψη της πάθησής της και η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε, βοήθησαν στην ενημέρωση της κοινής γνώμης και στην αύξηση της χρηματοδότησης για την έρευνα της νόσου.