Αϋπνία και διαβήτης: Ποια σχέση υπάρχει μεταξύ τους;

Στους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο για την εμφάνιση διαβήτη τύπου 2, νέα μελέτη προσθέτει την αϋπνία σε συνάρτηση και με το σωματικό βάρος.

Συγκεκριμένα επιστημονική ομάδα του Ινστιτούτου Καρολίνσκα της Σουηδίας συγκαταλέγει την αϋπνία στους παράγοντες αυξημένου κινδύνου για την εκδήλωση διαβήτη τύπου 2, στη βάση των ευρημάτων μελέτης που καταγράφει συνολικά 34 παράγοντες που θεωρείται ότι αυξάνουν (19) ή μειώνουν τον κίνδυνο (15), καθώς και άλλους 21 «υποδηλωτικούς» παράγοντες κινδύνου για τους οποίους τα στοιχεία δεν ήταν τόσο ισχυρά.

Η σχετική μελέτη –η πρώτη που συσχετίζει την αϋπνία με τον διαβήτη τύπου 2– φέρει την υπογραφή της αναπληρώτριας καθηγήτριας Susanna Larsson και της Shuai Yuan του Ινστιτούτου Καρολίνσκα και δημοσιεύεται στην Diabetologia, επιθεώρηση της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας για τη Μελέτη του Διαβήτη (EASD).

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν τη στατιστική μέθοδο της Μεντελιανής Τυχαιοποίησης, η οποία βασίζεται στη μελέτη γενετικών παραλλαγών ως φυσικό πείραμα για τη διερεύνηση αιτιώδους συσχέτισης μεταξύ δυνητικά τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου και νοσημάτων στα δεδομένα παρατήρησης. Η Μεντελιανή Τυχαοποίηση είναι λιγότερο πιθανό να επηρεαστεί από σύγχυση ή αντίστροφη συσχέτιση συγκριτικά με τις μελέτες παρατήρησης.

Για την καταγραφή πιθανών παραγόντων κινδύνου για την εκδήλωση διαβήτη τύπου 2, οι ερευνητές πραγματοποίησαν ανασκόπηση των μετα-αναλύσεων και άρθρων που περιλαμβάνονται στη βάση δεδομένων PubMed αντλώντας 1.360 σχετικά άρθρα.

Εντόπισαν συνολικά 97 παράγοντες κινδύνου που θα μπορούσαν να διερευνηθούν μέσω της μεθόδου της Μεντελιανής Τυχαιοποίησης. Για τον υπό μελέτη πληθυσμό χρησιμοποίησαν περιλήψεις δεδομένων από την ένωση DIAbetes Genetics Replication And Meta-analysis (74.124 περιπτώσεις διαβήτη τύπου 2 και 824.006 έλεγχοι σε υγιή πληθυσμό ευρωπαϊκής καταγωγής).

Στη συνέχεια, η ομάδα εξέτασε εάν αυτές οι πιθανές αιτιώδεις συσχετίσεις θα μπορούσαν να αναπαραχθούν ξεχωριστό ανεξάρτητο πληθυσμό, χρησιμοποιώντας στην περίπτωση αυτή στοιχεία του ερευνητικού προγράμματος FinnGen (11.006 περιπτώσεις διαβήτη τύπου 2 και 82.655 άτομα ομάδας ελέγχου ευρωπαϊκής καταγωγής).

Οι ερευνητές εντόπισαν αιτιώδεις συσχετίσεις μεταξύ του διαβήτη τύπου 2 και 19 παραγόντων κινδύνου και 15 προστατευτικών παραγόντων. Η αϋπνία αναγνωρίστηκε ως νέος παράγοντας κινδύνου. Όσοι υποφέρουν από αϋπνία έχουν συγκεκριμένα 17% μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν διαβήτη τύπου 2.

Οι άλλοι 18 παράγοντες κινδύνου, κατά τη μελέτη, είναι η κατάθλιψη, η συστολική αρτηριακή πίεση, η έναρξη του καπνίσματος, το κάπνισμα καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής, η κατανάλωση καφέ (καφεΐνης), τα επίπεδα στο πλάσμα των αμινοξέων της ισολευκίνης, της βαλίνης και της λευκίνης, του ηπατικού ενζύμου της αλανινικής τρανσφεράσης (δείκτης ηπατικής λειτουργίας), ο δείκτης μάζας σώματος στην παιδική ηλικία και ενηλικίωσης, το ποσοστό σωματικού λίπους, το σπλαχνικό λίπος, ο καρδιακός ρυθμός ανάπαυσης και τα επίπεδα πλάσματος στο αίμα τεσσάρων λιπαρών οξέων.

Οι 15 παράγοντες που σχετίζονται με μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 ήταν η αλανίνη (αμινοξύ) στο πλάσμα, η υψηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνη (καλή χοληστερόλη) και η ολική χοληστερόλη, η ηλικία έναρξης της έμμηνου ρύσης, τα επίπεδα τεστοστερόνης, τα επίπεδα της φυλοδεσμευτικής σφαιρίνης ορού (προσαρμοσμένα ως προς τον ΔΜΣ), το βάρος κατά τη γέννηση, το ύψος κατά την ενηλικίωση, η άπαχη σωματική μάζα (για τις γυναίκες), τέσσερα λιπαρά οξέα στο πλάσμα, η κυκλοφορούσα βιταμίνη D και τα έτη εκπαίδευσης.

Μετά την προσαρμογή των δεδομένων στον δείκτη μάζας σώματος ενηλίκων, οκτώ παράγοντες κινδύνου παρέμειναν στατιστικά σημαντικά συνδεδεμένοι με τον κίνδυνο εκδήλωσης διαβήτη τύπου 2, γεγονός που υποδηλώνει κατά τους ερευνητές ότι είναι ανεξάρτητοι από το σωματικό βάρος.

Η αϋπνία ήταν ένας από αυτούς τους παράγοντες, ωστόσο ο αυξημένος κίνδυνος μειώθηκε από το 17% στο 7% μετά την προσαρμογή για τον δείκτη μάζας σώματος, συνεπώς μέρος της επίδρασης της αϋπνίας στον διαβήτη τύπου 2 οφείλεται στο βάρος.

Η συστολική αρτηριακή πίεση, το κάπνισμα καθ ‘όλη τη διάρκεια ζωής και τα επίπεδα του ηπατικού ενζύμου παρέμειναν ως παράγοντες κινδύνου (θετικά συσχετισμένοι με τον διαβήτη τύπου 2). Η αύξηση της ολικής χοληστερόλης, της καλής χοληστερόλης, των επιπέδων τεστοστερόνης και της φυλοδεσμευτικής σφαιρίνης ορού ως προστατευτικοί παράγοντες (αντιστρόφως συσχετιζόμενοι με τον διαβήτη τύπου 2) μετά την προσαρμογή.

Στους 21 «υποδηλωτικούς» αιτιολογικούς παράγοντες για τον διαβήτη τύπου 2 (όπου τα στοιχεία ήταν ασθενέστερα) περιλαμβάνονται η κατανάλωση αλκοόλ, η παράλειψη του πρωινού γεύματος, ο ύπνος κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο σύντομος ύπνος, τα επίπεδα ουρικού νατρίου και ορισμένα αμινοξέα και φλεγμονώδεις παράγοντες.

Η ερευνητική ομάδα του Ινστιτούτου Καρολίνσκα επισημαίνει ότι η εν λόγω μελέτη επιβεβαίωσε αρκετούς ήδη διαπιστωμένους παράγοντες κινδύνου και παράλληλα αναγνώρισε νέους, και τα ευρήματα θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν από τις υπηρεσίες υγείας στο πλαίσιο πολιτικών και στρατηγικών πρόληψης για τον διαβήτη τύπου 2.

Και σημειώνουν πως οι πολιτικές πρόληψης θα πρέπει να έχουν πολλούς άξονες, όπως μείωση των επιπέδων παχυσαρκίας και καπνίσματος, βελτίωση της ψυχικής υγείας, της ποιότητας του ύπνου, του εκπαιδευτικού επιπέδου, αλλά και του βάρους γέννησης.