Η Ζωή Λάσκαρη μέσα από τις συνεντεύξεις της

«Ο σταρ γεννιέται δεν έχει να κάνει σε τίποτα με την ομορφιά. Είναι η προσωπικότητα που ακτινοβολεί».

“Ζω την τρέχουσα πραγματικότητα. Ανέκαθεν απεχθανόμουν τα «σύννεφα». Παρακολουθώ τα πάντα. Σηκώνομαι από τις 6.30 και βλέπω τα πάντα. Τα πρώτα πράγματα που με υποδέχονται το πρωί είναι η «Καθημερινή» και η «Εστία». Το Ίντερνετ το χειρίζομαι πολύ λίγο. Ξέρετε πώς βλέπω το Ίντερνετ; Σαν ένα τεράστιο διεθνές αεροδρόμιο στο οποίο δεν ξέρεις κανέναν.

” Ο καθένας με φαντάζεται κάπως. Όπως κάθε δημόσιο πρόσωπο. Δικό του είναι το πρόβλημα. Εγώ είμαι κανονικός άνθρωπος.Κανονικός, παιδί μου. Θα σηκωθώ το πρωί, θα σκουπίσω, θα μαγειρέψω. Δεν παριστάνω τη Νόρμα Ντέσμοντ στη «Λεωφόρο της Δύσης». Δεν υπήρξα ποτέ έτσι. Τι βαρετό Χριστέ μου!”

“Η ομορφιά είναι διαβατήριο ζωής.  Αλλά αν δεν έχει σφραγίδες δεν έχει αξία. Πολλές σφραγίδες, να είναι ταξιδεμένο το διαβατήριο.
Οι άνθρωποι βλέπουν το εξωτερικό και πολλές φορές δεν σε συμπονούν. Λένε: αυτή δεν έχει ανάγκη, τα έχει όλα.”

“Χαμπάρι δεν έπαιρνα έτσι κι αλλιώς. Κάθε φορά ήμουν με κάποιον που τον γουστάριζα τρελά. Δεν με αφορούσαν οι υπόλοιποι. Το ζητούμενο είναι ποιον γουστάρω εγώ. Αυτό με γεμίζει εμένα. Υγιέστατη στάση νομίζω. Βέβαια, για αυτό με κάνανε όλοι ό,τι θέλανε. Πάντα, σε όλες τις περιπτώσεις. Και να σου πω και κάτι; Πέρασα πολύ καλά. Και βέβαια έκλαψα, και γονάτισα, και παρακάλεσα. Σκέψου να ήμουν καμιά τρελή, καμιά ψωνισμένη! Δεν θα είχε κανένα νόημα.”

“Ένα βράδυ που είχαμε πάει με τη Γαλάνη, τον Νταλάρα, την Αλεξίου, σε ένα μαγαζί κάτω από την Πατησίων για να ακούσουμε τα «Παιδιά από την Πάτρα», πριν από τις εκλογές του ΠΑΣΟΚ. Το ’81; Γύρισα κάποια στιγμή και είδα έναν κόσμο να έχει σηκωθεί και να προσπαθεί να πάρει θέση. Σαν να βρισκόμουν σε τρανς. Ένας κόσμος που είχε «πατηθεί» και ήθελε να πάρει θέση στην πίστα. Μόνο που δεν ήταν έτοιμος. Και στη δουλειά μας το ίδιο είναι. Έρχεται ξαφνικά η επιτυχία και τρελαίνεσαι. Αυτό συνέβη και στην ελληνική κοινωνία.”

 “Ήμουν μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου επί Αβραμόπουλου και έφυγα σε ενάμιση χρόνο τρέχοντας. Παιζόντουσαν πολλά συμφέροντα στον δήμο. Ήρθε μια στιγμή που δεν άντεξα άλλο.”

“Είχε έρθει ο Μπιρσίμ μετά το νοσοκομείο στο σπίτι μας, και μου λέει “είμαστε με τον Ανδρέα στο δωμάτιο και έκανε πρόβα στο χέρι του, πώς θα κάνει την κίνηση, το νεύμα προς τη Δήμητρα”. Τον λάτρεψα γι’ αυτό. Δεν ήταν η κίνηση του μια χειροβομβίδα στην ψευτιά και στην υποκρισία του κατεστημένου;».

Είχα πολύ καλούς φίλους. Οπως την Αλίκη. Ηταν πολύ τρυφερό και δειλό πλάσμα. Η Αλίκη ήθελε να είναι πρώτη. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό, μη με ρωτάτε. Ξέρω όμως ότι το πλήρωσε πολύ ακριβά. Ο κόσμος που τη λάτρεψε ήταν και η φυλακή της.

«Τον Θεό τον έχω μέσα μου. Εμείς είμαστε η Εκκλησία. Δεν υπάρχει η εκκλησία ως κτίριο. Πιστεύω βαθύτατα, κοινωνώ, έχω πνευματικό εδώ και 35 χρόνια»

«Αν έχω θυμώσει ποτέ με τον Θεό; Γιατί να θυμώσω; Ξέρει απόλυτα τι κάνει. Πολλοί λένε: «Γιατί σε εμένα, Θεέ μου;». Αυτό είναι το μεγαλύτερο αμάρτημα. Είναι σαν να Τον αμφισβητείς. Και δεν είμαι καμιά θεούσα. Υπάρχει, φυσικά, η άποψη ότι αν πιστεύεις στον Θεό δεν είσαι καλλιεργημένος. Πόσο πλανεμένοι είναι αυτοί οι άνθρωποι, αλήθεια».

«Μέχρι να αποσυρθώ εντελώς θα κάνω πράγματα για να διατηρηθώ. Όσο γίνεται. Πώς να εμποδίσεις τον χρόνο, αγάπη μου; Είναι αμείλικτος. Έρχεται. Καλπάζει. Με ρωτούν αν θα ήθελα να είμαι νέα. Όχι, δεν θα ήθελα να ξαναπάω πίσω. Έχω κάνει μια τεράστια διαδρομή, με λάθη, με χαρά, με πίκρες. Μια χαρά είμαι. Δεν θέλω να ξαναπάω πίσω.”

“Όταν με λένε «κυρία Λάσκαρη» τους αγριοκοιτάζω. Το ήξερα από μικρή ότι θα γεράσω και θα με φωνάζουν Ζωίτσα. Μεγάλη μου τιμή.”