Κατατίθεται στην Unesco ο φάκελος υποψηφιότητας της Σπιναλόγκας για Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς

O φάκελος της υποψηφιότητάς της Σπιναλόγκας στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO είναι πλέον πλήρης. Στην τελική ευθεία η κατάθεση υποψηφιότητας για το επιβλητικό μνημείο.

Η κατάθεσή του στο Κέντρο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO θα πραγματοποιηθεί στο τέλος του μήνα, σηματοδοτώντας την αντίστροφη μέτρηση για την πιθανή ένταξη της νησίδας στον κατάλογο του διεθνούς οργανισμού. «Η πιθανή ένταξη της νησίδας θα αποτελέσει το πρώτο μνημείο της Κρήτης που θα συμπεριληφθεί στον Κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO», δήλωσε η  γενική γραμματέας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, Μαρία Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη.

Ένα μνημείο για να ενταχθεί στον εν λόγω κατάλογο θα πρέπει να πληροί τουλάχιστον δυο κριτήρια. Κάτι που συμβαίνει με τη Σπιναλόγκα καθώς, μεταξύ άλλων, συνιστά εξέχον παράδειγμα ενός αρχιτεκτονικού συνόλου, αλλά και τοπίου που μαρτυρεί μια ή περισσότερες σημαντικές φάσεις στην ανθρώπινη ιστορία, επίσης συνδέεται με απτό τρόπο με γεγονότα ή ζωντανές παραδόσεις εξέχουσας οικουμενικής σημασίας.

Σημειώνεται ότι το Φρούριο Σπιναλόγκας αποτελεί τον δεύτερο σε επισκεψιμότητα αρχαιολογικό χώρο της Κρήτης, μετά το ανάκτορο της Κνωσού και τον έκτο στην Ελλάδα. «Μετά τη Σπιναλόγκα, προσδοκούμε το επόμενο να είναι η εγγραφή των Μινωικών Ανακτορικών Κέντρων, επειδή ο Μινωικός Πολιτισμός δεν έχει ακόμα ενταχθεί στον Κατάλογο της UNESCO», συμπλήρωσε η κ. Βλαζάκη.

Η οχυρή νησίδα της Σπιναλόγκας έχει έκταση 85 στρ. και 53 μ. υψόμετρο. Βρίσκεται στη βόρεια είσοδο του κόλπου της Ελούντας στον Νομό Λασιθίου, σε θέση κλειδί για τον έλεγχο του φυσικού λιμανιού της. Ο χώρος περιτειχίστηκε κατά την αρχαιότητα για την προστασία της αρχαίας πόλης της Ολούντος, που βρισκόταν κοντά στη σημερινή Ελούντα. Τον 16ο αιώνα οι Βενετοί κατασκεύασαν ένα από τα σημαντικότερα επιθαλάσσια προμαχωνικά οχυρά της Μεσογείου. Ως λιμάνι υπήρξε σταυροδρόμι επικοινωνίας ανθρώπων και πολιτισμών, καθώς διευκόλυνε όχι μόνο το εμπόριο, αλλά και τη διακίνηση ιδεών και τεχνών μεταξύ Δύσης και Ανατολής.

Το 1718 το Φρούριο παραχωρήθηκε στους Οθωμανούς. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα το νησί φιλοξένησε το μεγαλύτερο οθωμανικό οικισμό της ανατολικής Κρήτης μετά τον Χάνδακα. Το 1903 η Κρητική Πολιτεία αποφάσισε να ανοίξει Λεπροκομείο στη Σπιναλόγκα για τον υποχρεωτικό εγκλεισμό των χανσενικών ασθενών. Εκατοντάδες άνθρωποι εξαναγκάστηκαν να ζήσουν εκεί απομονωμένοι ως το 1957 οπότε και το Λεπροκομείο έκλεισε. Τη δεκαετία του ’70 μετατράπηκε σε αρχαιολογικό χώρο.

Πάνω στη νησίδα σώζονται κτίρια από τρεις περιόδους, την ενετική (οι οχυρώσεις της περιόδου θεωρούνται εξαιρετικά σημαντικές από αρχιτεκτονική και αρχαιολογική άποψη), την οθωμανική (τα κτίρια του οθωμανικού οικισμού θεωρούνται επίσης πολύ σημαντικά, καθώς συμπυκνώνουν την τοπική αρχιτεκτονική με βαλκανικά στοιχεία), καθώς και από την περίοδο λειτουργίας του Λεπροκομείου, από την οποία σώζονται σπουδαίας σημασίας κτήρια, όπως το Νοσοκομείο και το Λεπροκομείο με τους δίδυμους κοιτώνες.

Το όνομα Σπιναλόγκα

Σήμερα Σπιναλόγκα ονομάζουμε μονάχα το μικρό νησί, αλλά οι Ενετοί με το όνομα αυτό αποκαλούσαν και την μεγάλη χερσόνησο Νησί ή Κολοκύθα που ενώνεται με την Ελούντα με ένα στενό ισθμό.

Αναφέρεται ότι η Κολοκύθα ήταν ενωμένη με την Σπιναλόγκα (γι αυτό μοιράζονταν το ίδιο όνομα), αλλά το 1526 οι Ενετοί άνοιξαν διώρυγα με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί το μικρό αυτό νησί.

Το όνομα Σπιναλόγκα προέκυψε γύρω στο 13ο αιώνα με νονούς τους Ενετούς κατακτητές, οι οποίοι αφού δεν είχαν εξοικείωση με την ελληνική γλώσσα παρέφθειραν (παράφρασαν) το τοπωνύμιο «στην Ολούντα» σε Σπιναλόντε αρχικά (13ος αιώνας) και αργότερα σε Σπιναλόγκα. Όχι τυχαία βέβαια, γιατί το Σπιναλόγκα τους ήταν ήδη γνωστό από μία νησίδα στη Βενετία, τη σημερινή Τζιουντέκα (Εβραϊκή).

Μια άλλη ερμηνεία του ονόματος Σπιναλόγκα, το θέλει να έχει προκύψει από το σχήμα της νησίδας που θυμίζει μακρύ αγκάθι (σπίνα=αγκάθι, λόνγκα=μακρύ), μία θεωρία που δεν την ενστερνίζονται πολλοί.

Αρκετά αργότερα το 1957 παρουσιάστηκε ένα άλλο όνομα για τη νησίδα, το όνομα Καλυδών, σαν μια ανεπιτυχής προσπάθεια για να αντικατασταθεί το λατινογενές Σπιναλόγκα με ένα ελληνοπρεπές όνομα.