Ο Μέγας Αλέξανδρος κάνει απόβαση στο κέντρο της Αθήνας

Στη συμβολή των οδών Βασιλίσσης Όλγας και Αμαλίας, απέναντι από το άγαλμα του Λόρδου Βύρωνα οι εργασίες εκσκαφής προχωρούν εντατικά. Η τριγωνική νησίδα μεταμορφώνεται σε βάση που θα φιλοξενήσει το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Το άγαλμα είναι έργο του γλύπτη Γιάννη Παππά του οποίου πολλά έργα κοσμούν το δημόσιο χώρο όπως αυτό του Ελ. Βενιζέλου στο πάρκο δίπλα στο Μέγαρο Μουσικής,  τα αγάλματα του Βενιζέλου και του Τρικούπη στη Βουλή, το Άγαλμα της Μητέρας στην πλατεία Κοραή στον Πειραιά.

Το 1993 αγοράστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού, επί υπουργίας Ντ. Μπακογιάννη, και στη συνέχεια παραχωρήθηκε ως δωρεά στον Δήμο Αθηναίων. Έκτοτε άρχισαν οι ταλαιπωρίες περί της δημόσιας τοποθέτησης του έργου, οι οποίες καταπόνησαν τον Γιάννη Παππά κυριολεκτικά μέχρι και την ημέρα του θανάτου του, την 17η Ιανουαρίου του 2005.

Το σημείο που προκρίνεται για την τοποθέτησή του είναι μπροστά από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός με την υποστήριξη του Δήμου Αθηναίων, αφού πήρε και το τελικό «οκ» από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ).

Ο Γιάννης Παππάς άρχισε να μελετά το θέμα από το 1941 όταν ήταν 28 ετών, μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, πεζή, από την γραμμή των πρόσω στο Μέτωπο. Η συγκεκριμένη εργασία του προσέφερε αμοιβή πνευματικής διεξόδου από την ατμόσφαιρα της Κατοχής. Από τότε χρονολογούνται οι πρώτες μελέτες και η απαρχή της έρευνας γύρω απ’ το έφιππο. Για τον Παππά, “έρευνα” σήμαινε μία μακρόχρονη και συστηματική προσέγγιση του θέματος: για τη μορφή του αλόγου έγιναν σπουδές της τυπολογίας, του σκελετού και του μυϊκού συστήματος, μελέτες από την αρχαιότητα, τον Μεσαίωνα, την Αναγέννηση, τους Animalier, τα σπουδαία έφιππα γλυπτά της Ευρώπης, ζωγραφικά και σχεδιαστικά έργα.

Πραγματοποιήθηκαν επίμονες επισκέψεις σε ιπποφορβεία, σε ιππικούς ομίλους και στον ιππόδρομο. Εξετάστηκαν το μικρό Αττικό άλογο απ’ τα ανάγλυφα και τον Παρθενώνα, το μεγάλο Θεσσαλικό, το μεγάλο πεδινό πόνι της Βορείου Ελλάδος, το Αγγλικό περιπάτου, το ιππικής δεξιοτεχνίας, το κούρσας. Κανένα από τα γνωστά καθαρόαιμα δεν επελέγη, διότι αφενός θεωρήθηκαν ράτσες εξευγενισμένες που δεν συνήδαν με τον Βουκεφάλα, αφετέρου πολυδουλεμένες στην Τέχνη. Τελικά χρησιμοποιήθηκε ιδιόρρυθμο άλογο που βρέθηκε στον τότε Ελληνικό Ιππικό Όμιλο Παράδεισου Αμαρουσίου. Είχε αρμόζοντα χαρακτηριστικά και αρμονικό μέγεθος για αναβάτη ύψους 1,67 μέτρων: ο «Αργεντίνος», ήρεμος και ήμερος, ήταν πολύτιμος συνεργάτης κατά τη διάρκεια των πολύωρων μελετών εκ του φυσικού με αναβάτη.

Για τη μορφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου αναζητήθηκαν τα αρχαία τεκμήρια, με ταξίδια στα απανταχού μουσεία όπου βρίσκονταν τα γνωστά αρχαία κεφάλια του, κατασκευή καλουπιών των πρωτοτύπων, μελέτες και χυτεύσεις. Η κεφαλή που, κατά τον γλύπτη, θεωρήθηκε πιο κοντά στο πνεύμα του Αλεξάνδρου, ήταν η της Περγάμου που αποδίδεται στον Λύσιππο και φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης. Μετά από εκατοντάδες σχέδια και πληθώρα γλυπτικών σκίτσων, προσδιορίστηκαν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύνθεσης και προχώρησαν οι έρευνες για τη στολή του αναβάτη.

Ο Παππάς ταξίδεψε, με τον ενδυματολόγο του Εθνικού Θεάτρου Αντώνη Φωκά, στο Μουσείο της Νάπολης, με σκοπό να μελετήσουν το εκεί φυλασσόμενο πρωτότυπο ψηφιδωτό της Μάχης της Ισσού από την οικία του Φαύνου στη Πομπηία. Ο Φωκάς έφτιαξε το ένδυμα στο εργαστήρι του Εθνικού Θεάτρου κι αυτό χρησιμοποιήθηκε στο μοντέλο. Εν τω μεταξύ προκηρύχτηκε ο διαγωνισμός για τον έφιππο ανδριάντα της Θεσσαλονίκης στον οποίο συμμετείχε με δύο υπερμεγέθεις μελέτες, μία της κεφαλής του Βουκεφάλα και μία της κεφαλής του Αλεξάνδρου. Η περί ου ο λόγος κεφαλή του Αλεξάνδρου είναι πλέον τοποθετημένη, από το 2003, στον προαύλιο χώρο της κεντρικής εισόδου της Νέας Βιβλιοθήκης στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.

Η τελική μορφή της σύνθεσης ήταν πολύ κοντά σε αυτή της πρώτης μελέτης του ’41 με το Μέγα Αλέξανδρο νεότατο –σχεδόν έφηβο- χωρίς να κρατά όπλα, οραματιστή και όχι πολέμαρχο. Βοηθοί και συνεργάτες του στην περιπέτεια, ήταν οι μαθητές του και μετέπειτα καθηγητές της ΑΣΚΤ γλύπτες Θόδωρος Βασιλόπουλος και Θόδωρος Παπαγιάννης. Για μοντέλο πόζαρε ο μαθητής του, γλύπτης Κώστας Οικονόμου. Μετά από 32 χρόνια συστηματικής εργασίας, το έργο ολοκληρώθηκε στον μπρούτζο το 1973 κι έμεινε στην κατοχή του, στο εργαστήριό του.