«Όσο υπάρχει Γούναρης το λαϊκό τραγούδι δεν μπορεί να σηκώσει κεφάλι.» – Βασίλης Τσιτσάνης


 

Η δεκαετία του 1950 χαρακτηρίστηκε από τη μεγάλη κόντρα μεταξύ λαϊκού και ελαφρού τραγουδιού, το οποίο ταίριαζε περισσότερο με την προσπάθεια της Ελλάδας να γίνει πιο «ευρωπαϊκή», μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο. Ο Νίκος Γούναρης ήταν ο κύριος εκφραστής αυτού του είδους.

 

 

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πρόσωπο και την τέχνη του υποκλίθηκαν τόσο οι εκπρόσωποι του ελαφρού όσο και του λαϊκού τραγουδιού και μάλιστα σε μια εποχή που ανάμεσα στα δύο μουσικά στρατόπεδα υπήρχαν σαφείς διαχωρισμοί.

Ενας τροβαδούρος-φαινόμενο, που κυριάρχησε στο πάλκο,  το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Από τα εφτά του χρόνια, όταν συνόδευε τρσγουδώντας τον πατέρα του στις ταβέρνες όταν εκείνος έπαιζε κιθάρα. Τραγουδιστής και, αργότερα, συνθέτης, στιχουργός, με  τραγούδια διαχρονικά. Τραγούδια γλεντζέδικα, ελαφρά, ελαφρολαϊκά, αρχοντορεμπέτικα, δημοτικοφανή, ανατολίτικα, περιπαιχτικά, με συνοδό πάντα την κιθάρα του.

 

Κόντρα τους διαχωρισμούς και στεγανά της εποχής, ο Γούναρης εμφανίστηκε σε κοσμικά μαγαζιά σαν το Σε Λαπέν αλλά και κλασικά λαϊκά κέντρα όπως ο  Τζίμης ο Χοντρός. Πάντα με ξεχωριστή επιτυχία και υψηλό μεροκάματο, μέρος του οποίου πήγαινε σε φιλανθρωπίες και ειδικές χειρονομίες σε φίλους και αγνώστους που είχαν ανάγκη.

‘Όταν έφυγε από τη ζωή το 1965, ο άρχων της Columbia, Τάκης Λαμπρόπουλος, έδωσε εντολή να αναρτηθεί το πορτραίτο του καλλιτέχνη στη βιτρίνα του καταστήματος Αδερφοί Λαμπρόπουλοι στην Σταδίου. Μπροστά από το κάδρο του στην άδεια βιτρίνα με τις υποβλητικές κουρτίνες για φόντο στήθηκε λαϊκό προσκύνημα.

 

 

H προτομή ευρίσκεται έξω από τον Άγιο Γεώργιο, στη Λεωφόρο Κηφισίας, στο ύψος του Παραδείσου Αμαρουσίου. Την προτομή φιλοτέχνησε ο γλύπτης Νίκος Ίκαρης το 1971 με έξοδα των Ομογενών Αμερικής.