Τα θρυμματισμένα βιτρό της Βηρυτού

Το απόγευμα της 4ης Αυγούστου, η 60χρονη Λιβανέζα Μάγια Χουσεϊνί, υαλογράφος στο επάγγελμα και επισκευάστρια έργων βιτρό, βρισκόταν στο σπίτι της, μερικά χιλιόμετρα έξω από τη Βηρυτό. Δεκατέσσερα χιλιόμετρα για την ακρίβεια, αστεία υπόθεση για την έκρηξη που σημειώθηκε εκείνη τη μέρα στο λιμάνι της πόλης και που ακούστηκε έως την Κύπρο, στοιχίζοντας τη ζωή σε τουλάχιστον 190 ανθρώπους, τραυματίζοντας περίπου 6.500 και αφήνοντας χωρίς στέγη πολύ περισσότερους. Η Μάγια Χουσεϊνί ένιωσε κάτι σαν απότομο αλλά πανίσχυρο σεισμό και αμέσως άνοιξε την τηλεόραση για να δει τι είχε συμβεί. «Ποτέ δεν είχα σκεφτεί, ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό ότι έπειτα από τόσα προβλήματα και τόσους πολέμους θα μας συνέβαινε και κάτι τέτοιο», λέει στην «Κ» σήμερα. «Η Βηρυτός μου είχε πια χαθεί».

Μαζί της χάθηκε και ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς της Μάγια Χουσεϊνί. Τα τελευταία είκοσι χρόνια εργαζόταν ως συντηρήτρια σε εκκλησίες, μουσεία και άλλα ιστορικά κτίρια της Βηρυτού, διακοσμημένα με παμπάλαια βιτρό, τα οποία είχαν καταστραφεί στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου, που διήρκεσε από το 1975 έως το 1990. Εκείνη τα επανέφερε όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην αρχική μορφή τους, μελετώντας αλλά και κοπιάζοντας σωματικά, καθώς η δουλειά της απαιτούσε όχι μόνο καλλιτεχνικές, αλλά και τεχνικές δεξιότητες. Αδικος κόπος, θα έλεγε κανείς. Εκείνο το απόγευμα της 4ης Αυγούστου, η Μάγια Χουσεϊνί άρχισε να δέχεται τηλεφωνήματα πελατών και συνεργατών της, αλλά και να λαμβάνει φωτογραφίες της καταστροφής. «Δεν πίστευα στα μάτια μου», διηγείται. «Ξέρετε, όταν δημιουργείς ένα έργο βιτρό, φιλοδοξείς να μείνει ζωντανό για πάντα. Δεν είναι κάτι που μπορείς να το αλλάξεις ή να το αναμορφώσεις έπειτα από λίγα χρόνια, λες και είναι έπιπλο. Η δουλειά μου των τελευταίων είκοσι ετών είχε εξαφανιστεί. Ενιωσα την καρδιά μου να σβήνει, αλλά δεν είχα καταλάβει την πραγματική ζημιά, μέχρι που επισκέφθηκα τα ίδια τα μνημεία. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω, χρειαζόμουν χρόνο για να κατανοήσω αυτό που έβλεπα. Ηταν συνταρακτικό».
Το ωστικό κύμα της έκρηξης κονιορτοποίησε δώδεκα από τα μεγαλύτερα πρότζεκτ της Λιβανέζας υαλογράφου Μάγια Χουσεϊνί.

 

Το ωστικό κύμα είχε κονιορτοποιήσει δώδεκα από τα μεγαλύτερα πρότζεκτ της Χουσεϊνί. Ανάμεσά τους το Μουσείο Σουρσόκ, πρώην κατοικία του ελληνορθόδοξης και κωνσταντινουπολίτικης καταγωγής αριστοκράτη Nicolas Ibrahim Sursock, που χτίστηκε το 1912 με επιρροές οθωμανικής και βενετσιάνικης αρχιτεκτονικής και τις τελευταίες δεκαετίες φιλοξενούσε συλλογές και εκθέσεις σύγχρονης τέχνης. Ενα δεύτερο κατεστραμμένο μνημείο ήταν ο καθεδρικός ναός του Αγίου Λουδοβίκου των Καπουτσίνων, που οικοδομήθηκε μεταξύ 1864 και 1868 και του οποίου η αποκατάσταση είχε αποτελέσει μεγάλη πρόκληση για τη Χουσεϊνί, καθώς έπρεπε να σεβαστεί την ιστορία του, να διατηρήσει τη γοητεία και την ατμόσφαιρα της εποχής του, κάτι που απαίτησε από τη μεριά της εκτεταμένη έρευνα.

Οι εργασίες αποκατάστασης των βιτρό και των δύο μνημείων ήταν λίγο πιο περίπλοκες από όσο ίσως φαντάζεται κανείς. Επρεπε να σχεδιάσει τις απεικονίσεις τους πρώτα σε χαρτί και κατόπιν να τις μεταμορφώσει σε γυαλί, κομμάτι κομμάτι. Επειτα ερχόταν η ώρα του αποχωρισμού: Από τη στιγμή που τοποθετήθηκαν στα παράθυρα του μουσείου και του καθεδρικού, εκείνα τα βιτρό άφησαν οριστικά «τη ζεστή φωλιά της φαντασίας και της δημιουργικότητάς μου», εξηγεί η Λιβανέζα. «Ωστόσο, όλα μου τα πρότζεκτ έχουν μεγάλη σημασία για εμένα. Είναι σαν να φέρνεις στον κόσμο ένα παιδί και να το ανατρέφεις, μέχρι τη στιγμή που σε εγκαταλείπει».

Η σύνταξη θα αργήσει πολύ…

Η Μάγια Χουσεϊνί έμαθε την τέχνη της υαλογραφίας ενθαρρυμένη από τον πατέρα της. Ηταν ένας αρχιτέκτονας που ειδικευόταν στον σχεδιασμό εκκλησιών, αλλά που στα χρόνια του δεν μπορούσε να βρει στον Λίβανο τα βιτρό που ονειρευόταν κι έτσι ήταν αναγκασμένος να τα παραγγέλνει από το εξωτερικό. Αυτός ήταν που της πρότεινε, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Academie Libanaise des Beaux-Arts της Βηρυτού, να φύγει για τη Γαλλία.

Σύντομα, η Μάγια Χουσεϊνί βρέθηκε 90 χιλιόμετρα βόρεια του Παρισιού, στη Σαρτρ, μια πόλη ξακουστή για τον καθεδρικό ναό της, χτισμένο τον 12ο αιώνα, διακοσμημένο επίσης με εντυπωσιακά βιτρό, τα οποία τη γοήτευσαν. «Ξεκίνησα να μαθαίνω πώς δουλεύεται το γυαλί και αμέσως ερωτεύτηκα την τέχνη του, παρόλο που είναι δύσκολη και απαιτεί πολλή σωματική καταπόνηση», λέει. «Είναι μια σκληρή δουλειά στην οποία όμως, μόλις δεις το έργο σου ολοκληρωμένο, ανταμείβεσαι με το παραπάνω».

Είναι επίσης μια τέχνη που, στα χρόνια μετά την επιστροφή της Μάγια Χουσεϊνί από τη Γαλλία, θα είχε αρκετή ζήτηση στη Βηρυτό, μεταξύ άλλων λόγω της αγάπης της πόλης για τις τέχνες, αλλά και λόγω της ανάγκης για αποκατάσταση της ιστορίας και της πολιτιστικής κληρονομιάς της. «Η Βηρυτός είναι μία από τις παλαιότερες πόλεις του κόσμου και η παρουσία τόσων καθεδρικών ναών, τόσων εκκλησιών και τόσων ιστορικών μνημείων στους δρόμους και στις συνοικίες της είναι κομμάτι της ταυτότητάς της, του πλούτου και του πολιτισμού της», λέει η Χουσεϊνί.

Η ίδια, έχοντας προσφέρει επί σειράν ετών τις υπηρεσίες της στη λιβανέζικη πρωτεύουσα, σκόπευε, όπως λέει, να συνταξιοδοτηθεί το 2022. Ομως η έκρηξη της 4ης Αυγούστου τα άλλαξε όλα. Κατέστρεψε πολύ περισσότερα από τόπους ιστορικής σημασίας και πολιτιστικά μνημεία: σπίτια, νοσοκομεία, επιχειρήσεις, κτίρια διαφόρων χρήσεων. «Νέοι και γέροι, άνθρωποι κάθε λογής έρχονται πλέον στη Βηρυτό και συνεργάζονται για την ανοικοδόμηση της πρωτεύουσάς μας, γιατί η ανάγκη για βοήθεια και για υποστήριξη στον Λίβανο είναι απελπιστικά μεγάλη. Η δυνατότητα να σχεδιάσουμε το μέλλον μας χάθηκε για πολύ καιρό και πλέον ζούμε μέρα με τη μέρα», λέει.

«Ξεκίνησα να μαθαίνω πώς δουλεύεται το γυαλί και αμέσως ερωτεύτηκα την τέχνη του, παρόλο που είναι δύσκολη και απαιτεί πολλή σωματική καταπόνηση», λέει η Χουσεϊνί.

 

Στο μεταξύ, αρκετοί πελάτες και συνεργάτες της την έχουν προσεγγίσει ήδη, προκειμένου να δουν τι μπορεί να επιδιορθωθεί. «Θα επιστρέψω λοιπόν κι εγώ στη δουλειά μου, για πολλά χρόνια ακόμα, με σκοπό να αποκαταστήσω ό,τι έχει χαθεί», καταλήγει η Μάγια Χουσεϊνί. «Το κίνητρό μου είναι η αγάπη για τη χώρα μου. Είμαστε άνθρωποι που δεν τα παρατάμε εύκολα και όσα έχουμε πετύχει μέχρι σήμερα οφείλονται στη σκληρή δουλειά και στην πίστη ότι ο Λίβανος θα συνεχίσει να υπάρχει για πάντα».

kathimerini.gr