Τηλεοπτικό ντοκουμέντο: ο Κώστας Ταχτσής στις γειτονιές της Αθήνας

Το 1982 η τηλεοπτική εκπομπή Παρασκήνιο παρουσίασε το πορτραίτο του Κώστα Ταχτσή. Ο συγγραφέας μιλάει για τα παιδικά του χρόνια, για τη ζωή του συνολικά και για το έργο του, περπατώντας σε γειτονιές του κέντρου της Αθήνας όπου μεγάλωσε, διαβάζει αποσπάσματα από το έργο του, συζητάει, γελάει, τραγουδάει, κλαίει.

Στην εκπομπή προβάλλονται πολλές φωτογραφίες  και γίνεται ειδική αναφορά στο βιβλίο του «Το τρίτο στεφάνι». Ο Ταχτσής έγραψε το μυθιστόρημα κατά την περιπλάνησή του εκτός Ελλάδας, στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960.

Το πρότεινε σε τρεις εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι όμως το απέρριψαν.

Εκδόθηκε τελικά το 1962 με έξοδα του συγγραφέα, αλλά δεν γνώρισε καμιά επιτυχία. Τον πρώτο καιρό της έκδοσής του δεν είχαν πουληθεί παραπάνω από δέκα αντίτυπα, αλλά στη διάρκεια της Χούντας το βιβλίο άρχισε να γίνεται γνωστό κυρίως από τους πολιτικούς κρατουμένους.

Έτσι τελικά κυκλοφόρησε το 1970 από τις εκδόσεις Ερμής, γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και καθιέρωσε τον Ταχτσή ανάμεσα στους πιο γνωστούς πεζογράφους της γενιάς του.

Ο Κώστας Ταχτσής ήταν, σύμφωνα με τον Νίκο Δήμου, «ένα τυπικό γέννημα – θρέμμα της Αθήνας, που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη» του οποίου τα βιβλία περιείχαν «πάρα πολύ Αθήνα», σύμφωνα με τις πρώτες λογοτεχνικές τους κριτικές. Ακολουθώντας το βλέμμα του πάνω στην Αθήνα, ακολουθούμε κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό και το βλέμμα όλης της μεταπολεμικής πεζογραφίας πάνω στην πόλη.

Ο Ταχτσής, ο οποίος κατά δήλωσή του, «πασπάλιζε τα πάντα με μια ποιητική χρυσόσκονη» δεν παραλείπει να κάνει το ίδιο και για τις σκοτεινότερες εκφάνσεις του έρωτα. Οι λαϊκοί κινηματογράφοι, πραγματικά τοπόσημα της Ομόνοιας των μετόπισθεν, περιγραφόμενοι από τον Κώστα Ταχτσή μεταβάλλονται σε σύμβολα μιας σκοτεινής εποχής γεμάτης ερωτική στέρηση, καταπίεση και πουριτανισμό, ενώ το συνολικό αστικό τοπίο που φιλοξενεί τον επί χρήμασι έρωτα λαμβάνει μια αποτύπωση ναι μεν ανατριχιαστικά ρεαλιστική, ταυτόχρονα όμως γοητευτικά παρακμιακή και αμιγώς λογοτεχνική.

Ο Μένης Κουμανταρέας γράφει: «Οσοι εκ των υστέρων επιχείρησαν να μιμηθούν το ύφος του Ταχτσή έσπασαν τα μούτρα τους. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπόλιασε την κατοπινή πεζογραφία με το παράδειγμά του. Απελευθέρωσε τους νεότερους πεζογράφους από τα δεσμά της καλλιγραφίας και της φιλολογίτιδας. Και σαν τέτοιους θεωρώ πρώτους και καλύτερους τους πεζογράφους της γενιάς του ’80». Για να καταλήξει: «Σήμερα το «Τρίτο στεφάνι» δεν κινδυνεύει τόσο από τους λόγοτέχνες, τους κριτικούς ή αυτούς που επιμένουν να ανασκαλεύουν τα προσωπικά του. Τη σαπουνόπερα της ζωής του. Κινδυνεύει από την τηλεόραση, τον τρόπο που τα σίριαλ χρησιμοποιούν την ίδια μικροαστική γλώσσα, που αυτός πρώτος εφηύρε».