Ο Πειραιάς βιογραφείται

Ενα ερευνητικό έργο που για πρώτη φορά ανασυνθέτει τη συνολική ιστορία της πόλης με διεπιστημονική προσέγγιση

H «Ιστορία της πόλης του Πειραιά», που πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα, είναι προπάντων ένα επιστημονικό βιβλίο. Εντάσσεται στη σειρά «Κοινωνικές επιστήμες, χώρος και κοινωνία» των εκδόσεων Αλεξάνδρεια και ο συγγραφέας του Νίκος Μπελαβίλας είναι καθηγητής στη σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ και διευθυντής του Εργαστηριού Αστικού Περιβάλλοντος. Αλλά είναι επίσης γέννημα-θρέμμα Πειραιώτης, «με παππούδες, γιαγιάδες μετανάστες του γυρίσματος του προ-προηγούμενου αιώνα· μια οικογένεια που ιδρύθηκε σε αυτή την πόλη και έζησαν όλοι γύρω γύρω από το Πασαλιμάνι… Με μια ιστορία, όπως και άλλων χιλιάδων πειραιώτικων οικογενειών», γράφει ο ίδιος στο «Σημείωμα του συγγραφέα» που εμπεριέχεται στην έκδοση. Συνεπώς, η γνωστική εξειδίκευση συμπορεύεται με το προσωπικό ενδιαφέρον.

«Οταν άρχισε να γράφεται τούτο το βιβλίο, η ζωή με είχε φέρει πίσω στον Πειραιά έπειτα από πολύχρονη απουσία. Ετσι μου δόθηκε η δυνατότητα να ξαναγυρνώ στους τόπους της αφήγησης, να αγγίζω ξανά τα ίχνη, τις γειτονιές μία μία», αναφέρει στο «Σημείωμα». Και στη συζήτησή μας παραδέχεται: «Δεν ανεβαίνω στην Αθήνα για κανέναν άλλο λόγο παρά για να διδάξω στο Πολυτεχνείο».
o-peiraias-viografeitai0
Τo λιμάνι στις αρχές του 20ού αιώνα από την πλευρά του Βασιλικού Περιπτέρου, με τον Αγιο Νικόλαο στο βάθος, φωτογραφημένο από τον Fred Boissonnas, τo 1907. Φωτ. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα

 

Ετσι, αυτή η πολυσέλιδη εργασία –περίπου 600 σελίδες– απευθύνεται μεν στους ερευνητές και στους ειδικούς του πολεοδομικού σχεδιασμού, αλλά ταυτόχρονα σε εκείνους που θέλουν να κατανοήσουν το αστικό φαινόμενο. «Για να καταλάβουμε τι είναι πόλη, υπάρχει μεγάλη ανάγκη να βυθιστούμε στο παρελθόν της και να καταλάβουμε πώς διαμορφώθηκε», λέει ο Νίκος Μπελαβίλας. «Αλλωστε, δεν νομίζω ότι η ακαδημαϊκή γραφή είναι απρόσιτη στον απλό αναγνώστη. Δεν μιλώ, βέβαια, για μια αγκυλωμένη γλώσσα, αλλά για αυτή που σέβεται την τεκμηρίωση, τη μεθοδολογία και τους κανόνες της έρευνας». Για την αναλυτική, διεπιστημονική μελέτη του, ένα έργο στο οποίο συναντιέται η αρχιτεκτονική-πολεοδομία με τις κοινωνικές επιστήμες και τη γεωγραφία, ο συγγραφέας άρχισε να συλλέγει υλικό από το 1998. «Επειδή ζήλεψα», εξηγεί. «Εκείνη την εποχή εργαζόμουν στην Ερμούπολη, μια πανέμορφη πόλη, που είχε διασώσει την ιστορία της και υπήρχαν δεκάδες εκδόσεις για την εξέλιξή της. Ζήλεψα λοιπόν, ως Πειραιώτης, επειδή δεν είχαμε σκύψει με αντίστοιχο ενδιαφέρον πάνω στην ιστορία της πόλης του Πειραιά».

Σπάνιο υλικό

Από τότε, κι ενώ εκείνος συνέχιζε να επεξεργάζεται το βιβλίο, εκδόθηκαν σημαντικές επιμέρους μονογραφίες για τον Πειραιά – η βιβλιογραφία της πειραϊκής ιστοριογραφίας αναφέρεται αναλυτικά στο συγκεκριμένο βιβλίο. Επίσης η έκδοση περιέχει σπάνιο φωτογραφικό υλικό, που παραχωρήθηκε στον συγγραφέα από φίλους και συναδέλφους. «Ωστόσο, δεν υπήρξε έως τώρα μια συστηματική έρευνα, η οποία να ανασυνθέτει τη συνολική ιστορία του χώρου: τη μεγάλη πόλη του μισού εκατομμυρίου κατοίκων, που αρχίζει από τον παλιό πυρήνα και φτάνει δυτικά ώς το Πέραμα και βόρεια μέχρι τον Κορυδαλλό. Ενός χώρου ο οποίος δεν περιορίστηκε στις νεοκλασικές γειτονιές της κεντρικής περιοχής, αλλά συγκροτήθηκε και αναπτύχθηκε ως τρίπτυχο: η πόλη, το λιμάνι και η βιομηχανία του», σχολιάζει ο Νικος Μπελαβίλας. Η αρχική του ιδέα ήταν να φθάσει την αφήγηση μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο – γεγονός που στον Πειραιά διήρκεσε πέντε χρόνια, από τον βομβαρδισμό του λιμανιού τον Απρίλιο του 1941 έως τα Δεκεμβριανά, την Πρωτοχρονιά. Ομως «ο εντυπωσιακός και άγνωστος κόσμος της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης ήταν πρόκληση για να προχωρήσω προς τον 20ό αιώνα», σημειώνει.

Εντέλει σταμάτησε στη δεκαετία του 1980, και ειδικά το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα σχολιάζεται στον «Επίλογο». «Μετά το 1985 η ιστορία του Πειραιά ήταν και προσωπικό βίωμα: Ημουν πια φοιτητής, και μετά ενεργός αρχιτέκτονας, συμμετείχα στους σχεδιασμούς της πόλης. Συνεπώς, ήταν δύσκολο να γράψω με ψύχραιμο βλέμμα γι’ αυτά και να κρατήσω μια αντικειμενική ιστορική ματιά», λέει.
o-peiraias-viografeitai1
Αφιξη των βρετανικών στρατευμάτων στο λιμάνι του Πειραιά τον Οκτώβριο του 1944 (φωτ. του Dmitri Kessel δημοσιευμένη στο περιοδικό Life).

«Δεκάδες “χτενίσματα”»

Κατάφερε να αποφύγει την προσωπική εμπλοκή και να μιλήσει στο έργο μόνον ο επιστήμων; «Εκανα τεράστια προσπάθεια με δεκάδες “χτενίσματα”», απαντά. «Πριν παραδώσω το τελικό κείμενο στον εκδοτικό οίκο, είχα κάνει 25 γραψίματα· υπήρχαν 25 διαφορετικά αρχεία στον υπολογιστή μου τα τελευταία δύο χρόνια. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησα να βγάλω τα συναισθήματα εντελώς έξω από το βιβλίο. Στην πραγματικότητα είναι απίστευτα έντονα». «Και η οδός Σανταρόζα;» τον ρωτώ. «Εδώ με πιάσατε», απαντά γελώντας, μολονότι ο ίδιος μου έδωσε το έναυσμα για την ερώτηση χάρη στην ωραία φράση του «Σημειώματος»: «Είχα την τύχη να μεγαλώσω μέσα στην ονειρική τοιχογραφία του Γιάννη Τσαρούχη, στην οδό Σανταρόζα της Καστέλλας, και να την αγαπώ».

o-peiraias-viografeitai2
Πηγάδι με νερό ανάμεσα σε παραπήγματα στη Νέα Κοκκινιά, τα πρώτα χρόνια της προσφυγικής εγκατάστασης τη δεκαετία του 1920.
Φωτ. Ψηφιακή συλλογή Γιώργου Βεράνη.

 

«Η οδός Σανταρόζα είναι ένα μικρό δρομάκι με το όνομα του φιλέλληνα, που βρισκόταν ακριβώς πίσω από το υαλουργείο του Τσίλλερ και τις επαύλεις της Καστέλλας», θυμάται ο Νίκος Μπελαβίλας. «Ενα πανέμορφο δρομάκι. Εκεί υπήρχε ένα νεοκλασικό. Δεν ήμασταν οι ιδιοκτήτες, οι γονείς μου δεν είχαν αυτό το οικονομικό επίπεδο. Ζούσαν ως ενοικιαστές στο νεοκλασικό με τα τρία πατώματα, το όποιο υπάρχει ακόμη. Μπροστά μας βρίσκονταν οι εγκαταλελειμμένες επαύλεις,- που μία μία γκρεμίζονταν – τις είδα να γκρεμίζονται με τα μάτια μου σε ηλικία 8-9 χρόνων. Θυμάμαι τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν στον δρόμο και την πλατεία Αλεξάνδρας ως τόπο της κοινωνικής συνάντησης του Πειραιά – ήταν η μεγάλη βόλτα για όλους. Το σχολείο μου βρισκόταν λίγο πιο πίσω. Αυτή είναι η ανάμνηση που έχω από τη γειτονιά μου: μια εικόνα σχεδόν ειδυλλιακή που καταρρέει. Το τελευταίο πανέμορφο νεοκλασικό του Τσίλλερ, που ακόμη στέκεται στη στροφή της οδού Σανταρόζα, το καφενείο του Καραντάση με τα μπιλιάρδα και τις εκπληκτικές οροφογραφίες, το πρόλαβα να λειτουργεί. Αυτό δεν μπορεί να φύγει από την ψυχή μου. Σήμερα είναι ένα ρημαγμένο κτίριο που κανείς δεν το φροντίζει. Μια άλλη δυνατή ανάμνηση που έχω από τη Σανταρόζα είναι η αίσθηση της αρμύρας. Ερχόταν τον χειμώνα από τη θάλασσα του Φαλήρου. Οταν φύσαγε ο νοτιάς, η αρμύρα έφτανε ώς τα τζάμια των σπιτιών μας. Μεγάλωσα σε αυτή τη γειτονιά τη δεκαετία του 1960 και όταν ήμουν 10 χρόνων εγκατασταθήκαμε στο Πασαλιμάνι. Και τώρα έχω την τύχη να ζω στην ακριβώς απέναντι ακτή, δίπλα στο Ναυτικό Νοσοκομείο, βλέποντας τις γειτονιές όπου μεγάλωσαν οι παππούδες μου και οι γονείς μου».

o-peiraias-viografeitai3
Το βιβλίο του Νίκου Μπελαβίλα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

 

kathimerini.gr

Πατήστε εδώ και ακολουθήστε το ΕΝΘΕΤΟ στο Google News


loading...