«Ρωξάνη»: Προδημοσίευση από το θρίλερ του Κωνσταντίνου Μοσχάτου

Από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος

Θάνατος στην καστροπολιτεία

Τη νύχτα της Μεγάλης Παρασκευής, ένα νεαρό κορίτσι πέφτει από τον βράχο της Μονεμβασιάς. Ο Άρης Βικέλας, ένας συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας που βρίσκεται στην Καστροπολιτεία αναζητώντας έμπνευση, μπλέκεται χωρίς να το καταλάβει στον μυστηριώδη θάνατο της Ρωξάνης Λάσκαρη.

Αυτοκτονία ή έγκλημα;

Ένα σημείωμα που βρίσκει ο Άρης, σε συνδυασμό με κάποια ανεξήγητα γεγονότα και αντικρουόμενες μαρτυρίες, τον οδηγεί σε έρευνα για να μάθει την αλήθεια.

Όταν την ανακαλύψει, όμως, θα καταλάβει πως τα πάντα κρέμονται από ένα σκοινί.

Roxani_front_96__1_

απόσπασμα του βιβλίου

Ο ΎΠΝΟΣ ΤΟΥ κύλησε χωρίς διακοπές. Το κρασί είχε κάνει καλά τη δουλειά του. Το πρωί πήρε καφέ από το μπαρ και τον ήπιε στο μπαλκόνι του δωματίου ρεμβάζοντας, παρέα με τις σημειώσεις απ’ το τραπέζι. Ανάμεσα στις στιγμές απομόνωσης θυμήθηκε το χθεσινοβραδινό κάλεσμα της Ελίζας στην παρέα, αλλά αποφάσισε να μην ανταποκριθεί. Σήμερα θα γευμάτιζε μόνος του.

Η μηχανή του παρέμενε παρκαρισμένη έξω από το κάστρο και στιγμιαία αναλογίστηκε την πιθανότητα να πάει να φάει σε κάποιο κοντινό χωριό. Η εξόρμησή του όμως αναβαλλόταν για αργότερα.

Ετοιμάστηκε και κατηφόρισε στην πέρα τάπια. Ήθελε να παρακολουθήσει το μεγάλο γεγονός της Κυριακής του Πάσχα: το κάψιμο του Ιούδα. Ο κόσμος στο προαύλιο της Χρυσαφίτισσας ήταν λιγοστός. Το πλήθος των τουριστών από τις γύρω περιοχές ή και από τις πιο μακρινές είχε αραιώσει, ήταν ημέρα για γλέντια και οικογενειακά τσιμπούσια. Τέρμα η κατάνυξη. Τέρμα όμως κι ο ανοιξιάτικος καιρός. Ο αέρας είχε δυναμώσει και ο ήλιος κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα. Έσφιξε το σακάκι γύρω απ’ τους ώμους και αφουγκράστηκε τη βαβούρα των παρευρισκομένων. Λίγο μετά εμφανίστηκε κι ο Ιούδας, καρφωμένος σ’ ένα κοντάρι. Για μαριονέτα ήταν αρκετά ρεαλιστικός. Με μαύρα πυκνά μούσια, γυμνό κούτελο και βλέμμα μοχθηρό. Έμοιαζε στον εργολάβο, μόνο που ήταν κάπως πιο παχύς. Ένας άντρας τού έβαλε φωτιά στα πόδια. Οι φλόγες τον τύλιξαν γρήγορα, και μόλις έσκασε το μπαρούτι που ήταν χωμένο στον μπόγο με τ’ αργύρια, ο Ιούδας εξαϋλώθηκε. Η αναβίωση του εθίμου είχε το ίδιο τέλος με τον πυρομανή φονιά του. Βίαιο. Απότομο. Σαν να μην υπήρξε ποτέ τίποτα.

Το πλήθος άρχισε να διαλύεται. Κάπου στα δεξιά πήρε το μάτι του την Αναστασία. Θέλησε να την αποφύγει, γι’ αυτό πήγε λίγο παραπέρα, στην άκρη της τάπιας. Σταμάτησε και κοίταξε ολόγυρά του. Δύο αγοράκια έτρεχαν υπό το βλέμμα της μάνας τους. Το ένα ήταν πιο σβέλτο, το άλλο πιο τολμηρό, αφού πλησίαζε στην άκρη. «Δημήτρη, πρόσεξε μην πέσεις», την άκουσε να φωνάζει στο μικρότερο απ’ τα δύο προτού γυρίσει το κεφάλι προς τη θάλασσα. Το βλέμμα του είχε χαθεί σ’ ένα ατέλειωτο μπλε όταν ήρθε και η απάντηση του πατέρα: «Πού να πέσουν, μωρέ; Τα τείχη είναι πάνω από ένα μέτρο». Αυτόματα ο Άρης γύρισε δύο μέρες πίσω, στην κουβέντα του καφενείου. Σ’ αυτό που του διέφευγε. Στα λόγια της Ελίζας.

Αποκλείεται να ήταν ατύχημα. Το ύψος του φράγματος είναι περίπου μισό μέτρο. Συμπλήρωσε στο μπλοκάκι το κομμάτι που έλειπε, ύστερα κοίταξε πάνω από τις κόκκινες κεραμοσκεπές των σπιτιών και ξεκίνησε να ανεβαίνει άρον άρον στον βράχο. Εκεί ο αέρας θέριζε και σήκωνε το χώμα. Καθώς περπατούσε, πρόσεξε στα δεξιά του κάμποσους νάρθηκες, ανθισμένους ανάμεσα σε πέτρες και χαλάσματα. Το φυτό αυτό ήταν δηλητηριώδες, ίσως όχι για τον άνθρωπο. Ο Άρης όμως είχε διαβάσει για ένα φυτό με τόση νευροτοξίνη, που αν το αγγίξει κάποιος και προσβληθεί, μπορεί να φτάσει στην αυτοκτονία. Το φυτό των αυτοκτονιών. Έτσι το έλεγαν. Μήπως τελικά είχε γίνει κάτι τέτοιο κι εδώ; Ταχύνοντας το βήμα πήγε πίσω από την εκκλησία, γύρω από το σημείο όπου είχε πέσει το κορίτσι. Το φως του ήλιου έκανε τη δουλειά του πιο απλή σε σχέση με τη νύχτα της ανακάλυψης του πτώματος.
Κοίταξε εξονυχιστικά την ιδιομορφία του χώρου και του εδάφους. Πράγματι ήταν δύσκολο να φύγει κάποιος γλιστρώντας. Στο τέρμα του βράχου υπήρχε ένα μικρό πεζούλι και κάτω απ’ τον περίβολο ένα μικρό φράγμα. Ο Άρης προσπάθησε να υπολογίσει το σημείο πτώσης, γεγονός που τον οδήγησε να κατέβει στο μονοπάτι πλησιάζοντας το φράγμα.

Το φράγμα ήταν μια ξερολιθιά σαράντα με εξήντα πόντους. Ήταν συνέχεια μιας άλλης, πολύ ψηλότερης, που ήταν σαν αναστηλωμένος τοίχος. Κάτω απ’ τη μικρή ξερολιθιά ο βράχος είχε ένα εξόγκωμα, σαν μικρή χαράδρα, πριν από τον αχανή γκρεμό. Έκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε ότι ήταν στη θέση της Ρωξάνης. Σχεδόν την ένιωσε. Ένα υλικό σώμα, ένας βασανισμένος νους με πολύ φορτίο, να αφήνεται στη δίνη του ανέμου. Του τίποτα. Του κενού. Να γίνεται για λίγο ένα βαρίδι κι ύστερα ελαφριά, ανακουφισμένη, να νικάει τη φύση που την ήθελε καθηλωμένη στη γήινη κόλαση. Και να περνά στον δικό της παράδεισο. Κι όμως. Κάτι δεν ήταν σωστό. Δεν μπορεί να είχε πέσει μόνη της.

Ο Άρης έκανε μια κίνηση με ελάχιστη φόρα και το κορμί γερμένο εμπρός. Τα καλάμια του χτύπησαν στις πέτρες. Πόνεσε, αλλά δεν παραπάτησε. Πήρε μεγαλύτερη φόρα και το ξανάκανε, ακουμπώντας πιο δυνατά στο φράγμα. Πριν χάσει την ισορροπία του, τραβήχτηκε. Κοίταξε κάτω. Τα παπούτσια του είχαν γεμίσει χώματα και κίτρινη σκόνη απ’ τα αγριολούλουδα. Έριξε μια τελευταία ματιά στο μέρος, έκανε απότομα μεταβολή και ξεκίνησε να κατεβαίνει. Αυτό που ήθελε να μάθει το έμαθε.

Ποιος είναι ο συγγραφέας

Ο Κωνσταντίνος Μοσχάτος γεννήθηκε το 1988, μεγάλωσε στον Πειραιά και αποφοίτησε από το λύκειο της Ιωνιδείου Σχολής. Είναι απόφοιτος του τμήματος Πληροφορικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών κι έχει εργαστεί για χρόνια ως αθλητικός δημοσιογράφος.

protothema.gr

Πατήστε εδώ και ακολουθήστε το ΕΝΘΕΤΟ στο Google News


loading...