Sans Rival, η ιστορία, οι μνήμες, το μέλλον

Το ξενοδοχείο Sans Rival, στην οδό Λιοσίων, υπήρξε ένα από τα καλά, παλιά ξενοδοχεία στην ακτίνα γύρω από τον Σταθμό Λαρίσης. Τώρα αναγεννάται. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ)

Ως ένας γίγαντας έτοιμος να ανοίξει τα μάτια του σε μια νέα ζωή, το παλιό ξενοδοχείο Sans Rival, στην οδό Λιοσίων, έχει ιστορίες να αφηγηθεί. Είναι ένα κομμάτι της παλιάς Αθήνας, γέννημα της ζωής του Μεσοπολέμου, έμβλημα της δοξασμένης συνοικίας του Αγίου Παύλου, στην ακτίνα του Σταθμού Λαρίσης, ένα κτίριο ορόσημο και αυτό της παλαιάς κοπής ηρωικής επιχειρηματικότητας.

Το Sans Rival, αγαπημένο επίσης της κοινότητας του Instagram, κομμάτι της αναγεννημένης μυθολογίας της Αθήνας, θα ξαναλάμψει ως ένα νέο ξενοδοχείο της Brown Hotels, μέρος του οράματος που έχει για την ελληνική πρωτεύουσα ο εμπνευσμένος ιδρυτής του ισραηλινού ομίλου, Λεόν Αβιγκαντ.

Αλλά το Sans Rival πριν γίνει μέρος της νέας Αθήνας, της πόλης που θα προκύψει μετά την πανδημία, φέρει τους κώδικες ενός κόσμου χωνεμένου στους νευρώνες της αστικής ζωής. Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτό το τόσο γνώριμο κτίριο χτίστηκε εξαρχής ως ξενοδοχείο και παρέμεινε στην ίδια οικογένεια, ως μια ναυαρχίδα του «καλού κόσμου» σε μια αστική γειτονιά, που σταδιακά τις τελευταίες δεκαετίες παρήκμαζε. Αυτοί οι κύκλοι ζωής υπογραμμίζονται τώρα με τη νέα, καλή τύχη που θα φέρει πνοή αναγέννησης στο κτίριο αλλά και στην ευρύτερη περιοχή.

Πριν από λίγους μήνες είχα την τύχη να περπατάω στο εσωτερικό του κλειστού ξενοδοχείου. Ξεναγός μου ήταν ο τελευταίος απόγονος των κτητόρων, ο Στέλιος Θωμόπουλος με τη σύζυγό του, αρχιτέκτονα Ισμήνη Θωμοπούλου, που με οδήγησαν από τα σκοτάδια της εισόδου στο υπέρλαμπρο φως της ταράτσας. Αξέχαστο το βίωμα αυτής της περιήγησης σε ένα κτίριο, που, όπως λέει ο Στέλιος Θωμόπουλος, εγκαινιάστηκε το 1926, «αλλά οι εργασίες ανέγερσης είχαν αρχίσει το 1923». Σήμερα, με όλους τους κύκλους της ζωής του σε στρώσεις μνήμης, το Sans Rival μοιάζει με μια ναυαρχίδα με γεμάτα αμπάρια.

Από όροφο σε όροφο και από δωμάτιο σε δωμάτιο, η ανάβαση είχε γίνει από το κεντρικό κλιμακοστάσιο, ένα έργο τέχνης, λεηλατημένο αλλά γοητευτικό, που σε προετοίμαζε για τον κόσμο που θα συναντούσες. Δρύινες ντουλάπες, καλόγεροι, κομοδίνα, φθαρμένες ταπετσαρίες, ψηλοτάβανες κάμαρες, διάδρομοι, κοινά λουτρά, φωταγωγός σαν ένας κόσμος αυθύπαρκτος και αυτός, το παλιό Sans Rival ανέπνεε ακόμη τη μέρα που μπήκαμε στα σωθικά του.

Ο Στέλιος Θωμόπουλος έχει ετοιμάσει την ψηφιακή προσομοίωση του εσωτερικού όπως ήταν στις ημέρες της παλιάς δόξας του, και σκοπεύει να οργανώσει αυτήν την εικονική περιήγηση, αντλώντας από την εμπειρία που έχει για αντίστοιχα έργα σε αρχαιολογικούς χώρους, προκειμένου να αποτελέσει δυνητικά υλικό για ένα ντοκιμαντέρ ή ακόμη και μια ταινία μυθοπλασίας. «Με ενδιαφέρει να κινηθεί το ενδιαφέρον για μια τέτοια παραγωγή», λέει. Το ξενοδοχείο είναι το δημιούργημα του παππού του, που ήταν και νονός του, του Σπυρίδωνος Πολίτη, ενός αυτοδημιούργητου «παλιού» Ελληνα, μεγαλωμένου στην Αθήνα, στην περιοχή του Αγίου Παύλου, καθώς οι γονείς του βρίσκονταν στην πρωτεύουσα ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα.

«Η καταγωγή ήταν από τη Μελισσόπετρα της Γορτυνίας, ένα χωριό έξω από τη Δημητσάνα», διηγείται ο Στέλιος Θωμόπουλος. «Αρχικά ξεκίνησε με ένα μεγάλο παντοπωλείο, πρόδρομο των σημερινών σούπερ μάρκετ, αλλά αργότερα θέλησε να ανεβεί οικονομικά και επαγγελματικά και για αυτό αποφάσισε να ασχοληθεί με τα ξενοδοχειακά». Ο Σπυρίδων Πολίτης συμπράττει με τον αδελφό του Νικόλαο και χτίζουν το ξενοδοχείο. Ηταν το Sans Rival των αδελφών Πολίτη.

Το Sans Rival είναι ένα κτίριο προηγμένης τεχνολογίας για την εποχή του, με σκελετό από οπλισμένο σκυρόδεμα και ανελκυστήρα, θερμό ύδωρ και ανέσεις που εκτιμούσαν πολλοί επισκέπτες. «Κόμβος επικοινωνίας ήταν εκείνη την εποχή ο Σταθμός Λαρίσης. Γρήγορα έγινε ένα ξενοδοχείο αναφοράς, γνωστό στον κόσμο», λέει ο Στέλιος Θωμόπουλος. Ετσι χτίστηκε το Sans Rival σε γωνία μεγάλης προβολής, Λιοσίων και Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, σε μια περιοχή με ωραίες μεσοαστικές κατοικίες.

Στην ίδια γειτονιά, όπως σημειώνει ο ιστοριοδίφης Κώστας Χατζιώτης (που μεγάλωσε στην ίδια περιοχή), υπήρχαν αρκετά ακόμη ξενοδοχεία. «Κάποια από αυτά μάλιστα ήταν πολύ καλά και ανήκαν σε ανώτερη κατηγορία», γράφει στο βιβλίο του «Η παλιά γειτονιά. Πλατεία Βάθης, Αγιος Παύλος, Σιδηροδρομικοί Σταθμοί» (εκδ. Παρισιάνου). Υπήρχαν το «Τουρίστ», το «Λουβρ», το «Πλάζα», αργότερα «Ρούσβελτ», ο «Ολυμπος», η «Βοστώνη», το «Σεμίραμις», το «Λωζάννη» και πολλά ακόμη, αλλά το Sans Rival ξεχώριζε.

Αγνωστου αρχιτέκτονα

sans-rival-i-istoria-oi-mnimes-to-mellon0
Περιήγηση στο εσωτερικό του Sans Rival στη διάρκεια των τελευταίων ημερών του, όσο ήταν ανενεργό και πριν περάσει στη νέα φάση της αποκατάστασης. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ)

Δυστυχώς, δεν είναι γνωστό το όνομα του αρχιτέκτονα. «Η αρχιτεκτονική ταυτότητα του ξενοδοχείου δεν υπάρχει στο υποθηκοφυλακείο», λέει ο Στέλιος Θωμόπουλος. «Τα αρχεία έχουν καταστραφεί». Η μορφολογία του κτιρίου είναι τυπική της δεκαετίας του 1920, θυμίζει έργα του Κώστα Κιτσίκη ή του Ζακ Μωσσέ στη Θεσσαλονίκη. Εσωτερικά υπάρχει η κομψότητα της πρώτης περιόδου του Μεσοπολέμου. Το ξενοδοχείο ακολούθησε κύκλους ζωής και έφτασε να λειτουργεί, παρά τη μεταβολή της γύρω περιοχής, ώς την εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο Σπυρίδων Πολίτης, που ήταν πολυσχιδής προσωπικότητα, είχε αποβιώσει το 1962 (ο αδελφός του Νικόλαος είχε πουλήσει το μερίδιό του) και το ξενοδοχείο περνάει έκτοτε στα τρία παιδιά του, Βασίλη, Νικολέττα και Αικατερίνη. Και από τα παιδιά, στα εγγόνια, την Ολγα, την Αννα και τον Στέλιο. Μετά τη λύση μιας εικοσαετούς σύμβασης σε άλλον επιχειρηματία, το ξενοδοχείο επανήλθε γύρω στο 2005 στα χέρια των απογόνων της οικογενείας Πολίτη.

Ο Στέλιος Θωμόπουλος όπως και οι αδελφές του ανήκαν επαγγελματικά σε άλλους χώρους και αν και υπήρχε συναισθηματικός δεσμός με το ξενοδοχείο, δεν υπήρξε η δυνατότητα επαναφοράς του ως τουριστικής επιχείρησης. Αλλωστε, και η περιοχή είχε αλλάξει. Η Αθήνα είχε αλλάξει. Αλλά το Sans Rival επανέρχεται τώρα στο προσκήνιο, ως βαρόμετρο και αυτό της ανόδου και της πτώσης των συνοικιών της πόλης. Ερχεται ως προάγγελος μιας αναγέννησης που θα φέρει όλες τις στρώσεις και τη γοητευτική πατίνα της Αθήνας του εικοστού αιώνα.

Η άνοδος και η πτώση, στα «βήματα» του Σταθμού Λαρίσης

sans-rival-i-istoria-oi-mnimes-to-mellon1
Η παλιά ρεσεψιόν στον προθάλαμο του Sans Rival, όπου θρυλική μορφή ήταν ο «καλοκάγαθος γίγαντας», και πολύγλωσσος Αιγυπτιώτης, κύριος Σταύρος. (Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ)

Το Sans Rival θα αποκατασταθεί πλήρως με κάθε σεβασμό στην αισθητική του και την αρχιτεκτονική αξία του. Οι εργασίες έχουν ήδη αρχίσει και είναι εγγύηση πως το έργο της αποκατάστασης και της ανάπλασης σε μια σύγχρονη μονάδα έχει αναλάβει ένα ξεχωριστό αρχιτεκτονικό γραφείο, οι Urban Soul Project, που έχουν έδρα τη Θεσσαλονίκη. Ο Λεόν Αβιγκαντ, ο ιθύνων νους της Brown Hotels, είναι ένας ευεργέτης των Αθηνών, καθώς έχει ήδη θέσει σε λειτουργία στην ακτίνα της Ομόνοιας το Brown Acropol στην αρχή της Πειραιώς και το Dave Red στην οδό Βερανζέρου, ενώ τα σχέδια για το μέλλον είναι συναρπαστικά. Το κυριότερο είναι ότι ο Λεόν Αβιγκαντ έχει νιώσει τη δυναμική της Αθήνας, ξέρει την πόλη, πιστεύει στον αστικό πολιτισμό της.

Στα λαγούμια του Sans Rival, οι άνθρωποι της Brown βρήκαν μικρούς θησαυρούς όπως ένα βιβλίο κινήσεως πελατών του 1950 και διάφορα άλλα εφήμερα που έχουν σήμερα προστιθέμενη αξία. Το Sans Rival, στη δεκαετία του 1950, απέκτησε έναν επιπλέον όροφο, που βγαίνει και στη μικρή, ατμοσφαιρική ταράτσα με το κλασικό σήμα της επωνυμίας του ξενοδοχείου. Ολα αυτά τα λείψανα – κατάλοιπα μιας διαδρομής σχεδόν 100 ετών ζωντανεύουν καθώς ακούω τις αφηγήσεις του Στέλιου Θωμόπουλου. Εκείνος, άλλωστε, με είχε οδηγήσει στην «κοιλιά» του κτιρίου, μαζί είχαμε δει τις τελευταίες μέρες της «νεκρόπολης» που είχε μείνει απολιθωμένη εκεί όπου είχαν γραφτεί σελίδες της κοινωνικής ιστορίας της Αθήνας.

«Υπήρξε μια περίοδος που το ξενοδοχείο προτιμούσαν θεατράνθρωποι, που έρχονταν από το εξωτερικό για να δώσουν παραστάσεις στην Ελλάδα», θυμάται. «Είχαν μείνει στο ξενοδοχείο ρούχα, στολές, σπαθιά και διάφορα άλλα κειμήλια από το πέρασμα των θιάσων, που ίσως τα άφηναν γιατί δεν μπορούσαν να πληρώσουν τον λογαριασμό».

Στην είσοδο του Sans Rival, όπου διακρίνονται διακοσμητικά γύψινα στο ύφος της αρ νουβό, υπάρχει η επιγραφή της ρεσεψιόν (που θα διατηρηθεί). «Η πιο εμβληματική φιγούρα, που γνώρισα και εγώ ως μικρό παιδί όταν το ξενοδοχείο το λειτουργούσε ακόμη ο παππούς μου Σπύρος, ήταν ο ρεσεψιονίστας», λέει ο Στέλιος Θωμόπουλος.

«Ηταν η πιο πνευματική φυσιογνωμία μέσα στο ξενοδοχείο, ένας Ελληνας της Αιγύπτου, τεράστιος, ένας καλοκάγαθος γίγαντας, εγώ έτσι τον έβλεπα, ο οποίος μιλούσε επτά-οκτώ γλώσσες, όπως πολλοί από τους Αιγυπτιώτες της εποχής εκείνης. Ηταν ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Η ψυχή του ξενοδοχείου. Αν η μνήμη μου δεν με απατά λεγόταν Σταύρος, ο κυρ-Σταύρος…».

Από το Sans Rival είχε εξέλθει και η σορός του ιδρυτή του, του Σπυρίδωνος Πολίτη. Είχε πεθάνει στα 84 του χρόνια, το 1962. «Η εξόδιος έγινε από το ξενοδοχείο», λέει ο Στέλιος Θωμόπουλος, που ήταν τότε μικρός. «Από τις έντονες μνήμες που έχω ως παιδί, 6,5 ετών, θυμάμαι να ακολουθούμε την πορεία με τα πόδια. Θυμάμαι το φέρετρο να βγαίνει από το ξενοδοχείο προς την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου όπου εψάλη πριν καταλήξει στο Α΄ Νεκροταφείο, στον οικογενειακό τάφο». Αυτός ήταν ο Σπυρίδων Πολίτης, άξιος επιχειρηματίας εκείνης της ηρωικής εποχής. Ενας καλός παππούς και ακόμη καλύτερος νονός, αφού έδινε από ένα 50δραχμο στον εγγονό του για να του διδάξει την αποταμίευση. Το Sans Rival γνώρισε την άνοδο και την πτώση της ευρύτερης περιοχής γύρω από την Πλατεία Βάθης και τον Σταθμό Λαρίσης, και στα Δεκεμβριανά λίγο έλειψε να ανατιναχθεί και τα υλικά του να γίνουν οδόφραγμα. Σώθηκε την τελευταία στιγμή.

Το κτίριο σώθηκε και στις μέρες από τον μαρασμό της οικονομικής αδράνειας της τελευταίας δεκαετίας. Σήμερα, η παλαιά οικογένεια των πρώτων κτητόρων έχει απελευθερώσει το Sans Rival προς ένα αύριο που προοιωνίζεται λαμπρό. Στην οικογένεια, πλέον, της Brown Hotels, το νέο Sans Rival αναμένει φωτεινές ημέρες.

kathimerini.gr

Πατήστε εδώ και ακολουθήστε το ΕΝΘΕΤΟ στο Google News


loading...