Στην οδό Ραγκαβή, νησίδες αστικής ποίησης στου Γκύζη

Το σπίτι της οδού Ραγκαβή 67, στου Γκύζη. Εικόνα της Αθήνας του απόλυτου μέτρου.

Βαθιά μέσα στου Γκύζη, οι δρόμοι με τα ονόματα που ακούν στο όνομα του Κάλβου, του Παράσχη, του Ραγκαβή, του Λύτρα, του Βαρβάκη, του Ροΐδη, κυκλώνουν μια γειτονιά, βαθιά χωνεμένη στη μνήμη της Αθήνας. Εφτασα στην οδό Ραγκαβή με το μυαλό μου στον αριθμό 67, εκεί έπρεπε να φτάσω, να δω «το παλιό σπίτι» που έφερε ως κιβωτός τις μνήμες μιας ενηλικίωσης. Πάνω στην κουβέντα είχε έρθει ο λόγος για τα σπίτια της Αθήνας, έτσι μου δόθηκε η οδηγία να βρω το σπίτι αυτό.

Η περιήγηση μέσα στους δαιδάλους της πόλης φέρει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά μιας ατέρμονης αναζήτησης. Σπίτια που προσπέρασες, θα τα βρεις πάλι μπροστά σου, ιδωμένα σε άλλο φως, σκιασμένα στους αύλακες της μνήμης. Στου Γκύζη, η παλιά μορφή της γειτονιάς έχει συμπιεστεί, αλλά περπατάς και νιώθεις τις στρώσεις των αστικών διαδρομών, τα ίχνη σε οδηγούν, ακόμη και μέσα στις αντανακλάσεις των πολλών πολυκατοικιών. Αλλά, στην οδό Ραγκαβή, στον αριθμό 67, είδα ένα σπίτι με μια συγκινητική αυτοτέλεια, μια γνήσια αθηναϊκή κατοικία, του είδους εκείνου που αναμοχλεύει εικόνες και εμπειρίες και βιώματα.

Διώροφο και γωνιακό, το σπίτι που είχα μπροστά μου ήταν κλειστό. Ξεχώριζε ως μια μονάδα αυτοτελής, ένας κόσμος εσωστρεφής, με τα παράθυρα κλειστά και εκείνο τον μανδύα αξιοπρέπειας και εγκαρτέρησης που έχουν τα ωραία πράγματα που αφήνει ο άνθρωπος. Το περιεργάστηκα γύρω γύρω, και από την όψη της οδού Παναγιωταρά όπου υπάρχει μια δεύτερη εξώθυρα καταλάβαινα την κλίμακα της παλιάς γειτονιάς, μια μοβ μπουκαμβίλια έκανε όλη τη δουλειά.

Αν είχα να πω κάτι για το σπίτι που είχε μείνει στη μοναξιά του, σαν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος που έχει αποχαιρετήσει φίλους και συγγενείς, ήταν ότι με γαλήνευε με την αρμονία και την ανεπιτήδευτη κομψότητα. Είχα μπροστά μου την αυθεντική απλότητα της αρχοντικής Αθήνας. Πόσο ξένο αυτό το αίσθημα με όσα επακολούθησαν…

Η οδός Ραγκαβή είναι μεγάλη όπως πολλοί δρόμοι στου Γκύζη, και αν το σπίτι στον αριθμό 67 πρέπει να χτίστηκε γύρω στο 1925, είδα ολόγυρα αρκετά συνομήλικά του και λίγα χτισμένα γύρω στο 1930-35. Πιο κάτω, Ραγκαβή και Μυστρά, επιζεί μια μεσοπολεμική βιλίτσα, ένα χαριτωμένο αθηναϊκό κουκλόσπιτο με ωραία γωνιακή απόληξη, ενός τύπου που έχει επαναληφθεί στην Αθήνα.

Μπροστά μου έβλεπα μια εκδοχή που είχε συντηρηθεί και ήταν σε μεγάλη αντίθεση με τα ερείπια, γοητευτικά και ποιητικά, αλλά εξαθλιωμένα και μαραζωμένα, που συνάντησα στο τέρμα της οδού Μυστρά προς την Κάλβου. Αν σας αρέσει η αστική αρχαιολογία, σταθείτε απέναντι από την εξώθυρα στη Μυστρά 10. Μια νεοκλασική ξύλινη πόρτα, βαμμένη με εκείνο το γαλανό χρώμα της Αθήνας.

Ολη εκείνη η χρωματική αρμονία, ξεπλυμένη στις βροχές και λεηλατημένη στον χρόνο. Τούφες τούφες, πράσινες και φουντωτές, τα αγριόχορτα έφερναν βόλτα τα σκαλοπάτια της εξώθυρας. Να, μια σκηνή τόσο αθηναϊκή σαν ένα τραγούδι που ακούγεται από κάποιο ραδιόφωνο σε μισάνοιχτο παράθυρο.

Εφερα και πάλι στον νου το σπίτι της οδού Ραγκαβή 67, που θα ήταν ένα από τα αρχοντόσπιτα της γειτονιάς. Αυτό ήταν άλλωστε που με είχε φέρει πάλι να περπατήσω στου Γκύζη. Μικρά στενά σκαρφάλωναν έως πάνω. Στην οδό Αηδόνων είδα άλλους μικρούς ερειπιώνες, κουφάρια πια για αδέσποτες γάτες και περιστέρια, μια συνύπαρξη σχεδόν νομοτελειακή, όσο και τα παλιά κεραμίδια με τα σπασμένα τζάμια σε πορτοπαράθυρα.

Ηθελα όμως να φύγω με γεύση γλυκιά. Στο 67 της Ραγκαβή είχα σταθεί απέναντι σε μια εικόνα αδιατάρακτη στον χρόνο. Ηταν η Αθήνα σε μια εκδοχή στέρεη, γλυκιά, ευανάγνωστη, καθησυχαστική. Ηταν αυτό που λέξεις δεν το περιγράφουν. 
Νίκος Βατόπουλος
kathimerini

Πατήστε εδώ και ακολουθήστε το ΕΝΘΕΤΟ στο Google News


loading...