Το ρόδινο «κάδρο» της οδού Ψυτταλείας

to-rodino-kadro-tis-odoy-psyttaleias0Είναι αυτά τα μικρά, απροσδόκητα αδιέξοδα της Αθήνας. Κρύβουν θησαυρούς όταν δεν σε παραπλανούν. Μια ιστορία των αστικών νευρώνων που διακλαδίζονται μέσα στην πόλη θα μπορούσε να περιλαμβάνει αυτά τα αδιέξοδα ή ακόμη καλύτερα τα ξέφωτα και τα μυστικά περάσματα, μισοφωτισμένα ή σκιασμένα. Στην περίπτωση της Αθήνας, τα ξέφωτα αυτά θα είχαν σκιασμένες γωνιές από κλώνους συκιάς και μουριάς. Ανθη λεμονιάς θα μύρωναν τον αέρα. Μια αθηναϊκή μυρωδιά, στεγνό χώμα, βρεγμένο τσιμέντο, άγουροι καρποί, ευωδιά την άνοιξη, βαρύ άρωμα που ναρκώνει το καλοκαίρι, σε ακολουθεί και σε οδηγεί εκεί που πρέπει.

Αλλά περπατώντας στην Κυψέλη μια από τις προηγούμενες ημέρες, δεν είχα στον νου αυτά τα περάσματα στην πόλη, που άλλοτε είναι τυφλά και άλλοτε σαν μικρές εδέμ γεμάτες φως και σκιές. Αλλωστε, είχα μόλις προσπεράσει ένα μικρό αδιέξοδο, στην ευθεία της οδού Στυμφαλίας, εκεί όπου έχει απομείνει ένα διώροφο αρχοντικό στον αριθμό 10, που πάντα στέκομαι να περιεργαστώ. Συνομιλώ με τη σιωπή του. Αλλά καθώς κατηφόριζα, λίγο μετά, την οδό Λέσβου, έστριψα σχεδόν από ένστικτο αριστερά στην οδό Ψυτταλείας.

Είναι μια μικρή οδός που συνδέει την οδό Μυτιλήνης με την οδό Λέσβου (τι σύμπτωση!), αλλά μια παραφυάδα της εξέχει μονάχη και σχηματίζει ένα αδιέξοδο. Δεν υπάρχει κάτι ιδιαίτερο σε αυτό το μικρό κομμάτι γης, αλλά ίσως αυτή η απόλυτη αθηναϊκή κοινοτοπία με έκανε να νιώσω συγκίνηση και απορία. Λίγα μέτρα δρόμος, η απόλυτη μετριότης. Και να, που εκεί, μέσα σε αυτήν την κοινότοπη και ανιαρή Αθήνα, απλωνόταν το χέρσο οικόπεδο μιας κατεδάφισης. Το σπίτι που είχε χαθεί ήταν και αυτό κοινότοπο, κανείς δεν θα το θρήνησε για τη γοητεία του. Δίπλα του, το μεσοπολεμικό διώροφο, αρχοντόσπιτο σωστό, είχε αποκτήσει ζωτικό χώρο, ο ήλιος απλωνόταν πλέον μέσα στα πίσω δωμάτια, ζέσταινε τα δοκάρια στο πάτωμα, έκανε τα παράθυρα να μισανοίγουν να μπει ο αέρας της Αθήνας.

Πατούσα σε χαλίκι, εκεί όπου είχε κάμαρες και κουζίνα και ένα σαλονάκι, εκείνη την απλή ζωή που κανείς δεν νοστάλγησε παρά μόνο γιατί τη συνέδεσε με πρόσωπα αγαπημένα. Μόνος μέσα στη σιωπή, με πιθανούς θεατές πίσω από πόρτες και παράθυρα προσόψεων και μεσοτοιχιών, στάθηκα απέναντι σε ένα τοίχο του παλιού σπιτιού. Ηταν το απόλυτο ορθογώνιο, τακτικά ξακρισμένο, με εκείνο το παχύρρευστο ροζ κάποιας κρεβατοκάμαρας.

Θα μπορούσε να πει κανείς πολλά για τα ροζ, για τα γαλάζια και τα βεραμάν των λαϊκών σπιτιών της Αθήνας, με τα άτεχνα γύψινα και τις σιδερένιες πόρτες του ’50, με τα μωσαϊκά με τη λευκή μπορντούρα και το πλαστικό χαλάκι της εισόδου. Ολα αυτά, όμως, έσβησαν έτσι όπως είχαν ανάψει με τους πυρσούς της φαντασίας, γιατί εκείνο το ρόδινο «κάδρο» της οδού Ψυτταλείας μού θύμισε εκείνα τα τριμμένα άνθη μιας μοβ μπουκαμβίλιας που είχα δει σε άλλο χρόνο σε ένα άλλο αδιέξοδο, στη μικρή οδό Αμφιλοχίας, πάροδος Αχαρνών. Ο συνειρμός είχε προκληθεί από το ρόδινο χρώμα που χυμούσε να εξισορροπήσει τη φαινομενική ασημαντότητα του αστικού τοπίου. Και ήταν μια χειρονομία ευγενείας στα όρια της αυτοθυσίας, καθώς αυτό το ρόδινο «τίποτα» της οδού Ψυτταλείας σιγοψιθύριζε το δικό του λεξιλόγιο. Ο ψίθυρος του ίχνους γινόταν εδώ μια κραυγή επιθυμίας για ζωή, με εκείνο το πατημένο ροζ που έφερνε τη γεύση από γλυκό τριαντάφυλλο, από μοσχοσάπουνο και από νυφική παστάδα μιας άλλης εποχής. Μαζί, άκουγες το θρόισμα από γυναικείες ρόμπες και το σούρσιμο από πασούμια, άκουγες το σούρτα-φέρτα του νοικοκυριού, τα γέλια, τις τσιρίδες, εκείνο το ντριν του τηλεφώνου. Μα πιο πολύ, ήταν εκείνο το ροζ, το πηχτό, το πατημένο, που είχε μείνει μόνο, σαν λάφυρο, σαν τρόπαιο…

Νίκος Βατόπουλος

kathimerini.gr

Πατήστε εδώ και ακολουθήστε το ΕΝΘΕΤΟ στο Google News


loading...